Πέμπτη, 26 Ιουνίου 2014

Η γλώσσα είναι η ίδια η σκέψη!

Του Στέλιου Συρμόγλου

Η καθημερινότητα μας φέρνει μπροστά σε σωρεία εκδηλώσεων και σε αθροίσματα γεγονότων, που μας απομακρύνουν όχι απλώς από την αλήθεια μας , αλλά και την ευθύνη μας.
Και πάντα βρίσκουμε ένα πρόχειρο βολικό πρόσχημα και συχνά ένα πειστικό άλλοθι, για τη φυγή μας από την πραγματικότητα, υψώνοντας άνετα το φράχτη της απομόνωσης και του ερμητισμού μας. Περιορίζοντας ταυτόχρονα την ευθύνη μας στα ασφυκτικά όρια του μικρόκοσμού μας. Κι αυτός ο "μικρόκοσμός" μας προσλαμβάνει κατά καιρούς διαστάσεις απέραντης επιπολαιότητας, ενίοτε και κοινωνικής βλακείας.

Και γινόμαστε από υπεύθυνα άτομα, κάτοικοι ενός δικού μας πλανήτη, πολίτες της δικής μας πολιτείας, υπήκοοι του δικού μας νόμου, και η τέχνη μας συχνά τέχνη του υπογαστρίου. Και η ευθύνη μας, ευθύνη κακομαθημένου παιδιού μπροστά στους χάρτινους πύργους του.

Έχετε αλήθεια σκεφτεί πόσο υποτιμήσαμε την αξία της γλώσσας; Σας έχει προβληματίσει το εξόφθαλμο γεγονός ότι χρησιμοποιούμε ελάχιστες λέξεις για να επικοινωνούμε και να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας; Και πόσοι από εμάς δεν έχουν συλλάβει τον εαυτό τους να ακούνε λέξεις τελείως άγνωστες ή κάποιοι να ειρωνεύονται ακούγοντας τους ολίγιστους που χειρίζονται καλά την ελληνική γλώσσα; Δεν θα έπρεπε, γιατί η γλώσσα είναι ο ιερός ναός του πνεύματος και ο οίκος του πολιτισμού. Δίχως τη γλωσσική ανάπτυξη θα ήταν σχεδόν αδύνατη κάθε ανθρώπινη εξέλιξη.

Η μετάβαση από την προϊστορία στην ιστορία συντελείται με την ανακάλυψη της γραφής. Η γραπτή γλώσσα παρέσυρε το μεσότοιχο που υπήρξε ανάμεσα στους προιστορικούς λαούς και τους καινούργιους καιρούς. Επέτρεψε τη διατήρηση των γνώσεων, την πνευματική επικοινωνία μεταξύ των λαών και την ανταλλαγή της εμπειρίας τους. Βοήθησε, με τη συγκρότηση οργανωμένου κράτους και την καλλιέργεια της επιστήμης, ώστε να σημειωθεί το ιστορικό ξεκίνημα και απάμβλυνε την αδυσώπητη τραγικότητα της παροδικότητας.

Η γλώσσα δεν είναι μόνον όργανο επικοινωνίας, ένα απλό μέσο συνεννόησης στην υπηρεσία των καθημερινών αναγκών, αλλά το σπουδαιότερο εκφραστικό μέσο της ανθρώπινης ψυχής. Κατά τον ορισμό του W.Humboldt, η γλώσσα είναι και υπερατομικό έργο και προσωπική δημιουργία. Αυτό σημαίνει ότι είναι και όργανο για εξωτερίκευση των σκέψεων και τρόπος για την κατανόηση της ψυχικής ζωής της ολότητας και του κάθε ανθρώπου χωριστά. Οσοι είναι αστόχαστοι, νομίζουν ότι η γλώσσα είναι μια απλή τεχνική, ένας μηχανισμός έκφρασης ή ένα ένδυμα της σκέψης.

Όμως, η γλώσσα είναι η ίδια η σκέψη! Είναι κυρίως μια πνευματική λειτουργία, μια δύναμη μορφοποιούσα τον κόσμο, σημαιολογούσα τα όντα, συντάσσουσα και διακρίνουσα τα αντικείμενα, αποκαλύπτουσα το Είναι. Η γλώσσα είναι πνεύμα και συγχρόνως φορέας του πνεύματος, αξία η ίδια και μαζί φορέας όλων των αξιών του πολιτισμού. Το ύφος εμφανίζει το ήθος και τη δομή της ψυχικής ζωής του ανθρώπου. Δεν υπάρχουν μόνο τα δακτυλικά αποτυπώματα, αλλά κυρίως τα ψυχικά αποτυπώματα. Κι αυτά είναι η γλώσσα! Με την οποία έρχεται στην επιφάνεια όλο το εσωτερικό εύρος, όλο το βάθος και ο πλούτος της συνείδησης. Και η παλίντονη αρμονία της αποτυπώνεται στην πολλαπλότητα του κόσμου.

Η γλώσσα των πνευματικά υπανάπτυκτων λαών είναι φτωχή, όπως φτωχή είναι και η νόησή τους. Πλούσιο εκφραστικό όργανο έχουν λαοί με υψηλό δείκτη πολιτισμού. Ο ελληνικός λαός έχει την πλέον μακραίωνη, πολύκλαδη και γόνιμη πολιτιστική παράδοση. Η ελληνική γλώσσα είναι ένας από τους πιο θαλερούς κλάδους της παράδοσης, ενιαίος, εξελισσόμενος, καρπερός και ακατάλυτος από τον καιρό του Ομήρου.

Και η ελληνική γλώσσα, όπως άλλωστε όλες οι γλώσσες, έχει τα φυσιολογικά, ψυχολογικά και κοινωνικά της στοιχεία. Τα φυσιολογικά στοιχεία αποτελούν το έδαφος από το οποίο αναφύεται και αναπτύσσεται η γλώσσα. Το πλούσιο φωνητικό σύστημα με την εκπνοή, τη φώνηση και την άρθρωση, έχει πλήρη οργάνωση και τέλεια κατασκευή. Με ψυχολογικά στοιχεία της γλώσσας αρχίζουν από τον απλό συμβολισμό και τη μίμηση και προχωρούν έως τις μορφές εκείνες των μεταφορών, με τις οποίες δημιουργούνται νέες γλωσσικές αποχρώσεις. Τα κοινωνικά τέλος στοιχεία της γλώσσας τη μετασχηματίζουν και την ευρύνουν διαρκώς.

Οι παράγοντες ωστόσο που συντελούν στην ανάπτυξη της γλώσσας και που την ευνοούν ή τη δυσχεραίνουν στην εξέλιξή της είναι πολλοί. Και από αυτούς εξαρτώνται η ορθή προφορά, η εύστοχη έκφραση, η σωστή σύνταξη, ο λεξικός πλούτος ή η γλωσσική πενία. Χρειάζεται εργώδης προσπάθεια και συνεχής καλλιέργεια, για να μπορέσει να φτάσει το άτομο σε γλωσσική αρτίωση. Το ίδιο συμβαίνει και με τη γλώσσα ενός έθνους και ενός λαού. Η πολυαίωνη ιστορική πορεία λαξεύει το άγαλμα της γλώσσας του. Τούτο το άγαλμα, οι πνευματικά καλλιεργημένοι λαοί το σέβονται και το εισάγουν ως εφέστιο στο ιερό βήμα της ψυχής τους και της εθνικής τους ζωής.

Και εμείς; Εμείς ρίχνουμε την τετράπαχη αδιαφορία μας πάνω στο σώμα της γλώσσας μας και ασελγούμε ή γινόμαστε παθητικοί θεατές της καταστροφής της!..


Και στη μακρινή Τόγκα, ένα νησί στο Αρχιπέλαγος της Πολυναισίας, στο Νότιο Ειρηνικό, στη μικρή πρωτεύουσα του, τη Νούκου Αλόφα, λειτουργεί και αναπτύσσεται συνεχώς το Ινστιτούτο "ATHENISI", ένα μικρό πανεπιστήμιο, όπου διδάσκονται τα κλασσικά γράμματα και η αρχαία ελληνική γλώσσα.

πηγή: freepen.gr

Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Ο Κοέλιο «συνωμότησε» για να γίνουμε φασίστες

 ο Όσκαρ Ουάιλντ με ελληνική φορεσιά






Του Pitsirikou

Αν μου ζητούσαν να επιλέξω μια φράση-κλειδί που ακουγόταν πολύ στην Ελλάδα τις προηγούμενες δυο δεκαετίες, δεν θα είχα κανένα ενδοιασμό: «Δεν με ενδιαφέρει η πολιτική». 
Ακούστηκε πολλές φορές από χιλιάδες χείλη απλών πολιτών. Μπορεί να την είπες κι εσύ. «Δεν με ενδιαφέρει η πολιτική». Ακούστηκε, ως απάντηση, από εκατοντάδες «καλλιτέχνες» και ηθοποιούς, όταν ερωτήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια για τα όσα συνέβαιναν στη χώρα μας. Το πίστευαν; Το έλεγαν γιατί ήθελαν να τα έχουν καλά με όλους και να μη χάσουν «πελάτες»; 
Πάντως, το έλεγαν.

Τις προηγούμενες δεκαετίες, η πολιτική στην Ελλάδα δεν ήταν τόσο δημοφιλής όσο είναι σήμερα. Αν ξεκινούσες πολιτική συζήτηση, οι άνθρωποι δυσανασχετούσαν. Ήταν «βαρετό».
Κάτι ακόμα που δεν ήταν διόλου δημοφιλές στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες ήταν η γνώση και η πνευματικότητα. Ο χαρακτηρισμός «κουλτουριάρης» σου ερχόταν αμέσως σαν ταμπέλα όχι αν προσπαθούσες να πεις κάτι πολύ βαρύ και ασήκωτο αλλά αν έκανες το λάθος να ξεφύγεις λίγο από το Κλικ, το Nitro, το ποδόσφαιρο και τα τηλεοπτικά κλισέ.
Αν δεν άκουγες Βίσση, Ρέμο, Σφακιανάκη, Ρουβά και Χατζηγιάννη, ήσουν κουλτουριάρης. Κι έτσι φτάσαμε κάποια στιγμή να θεωρούνται κουλτουριάρικα τα λαϊκά τραγούδια του Τσιτσάνη και του Χατζιδάκι.

Μιλώντας με νέους ανθρώπους, συνειδητοποιείς πως δεν έχουν διαβάσει σχεδόν τίποτα. Εντάξει, δεν ήμασταν ποτέ ένας λαός βιβλιολάγνων που δεν άφηναν το βιβλίο από το χέρι αλλά οι παλαιότερες γενιές όλο και κάτι είχαν διαβάσει. Έστω, τους κλασικούς συγγραφείς. Σε κάθε περίπτωση πάντως, δεν κορόιδευαν αυτούς που αγαπούσαν το διάβασμα.
Δεν είναι τυχαία η επιτυχία του «Αλχημιστή» του Πάολο Κοέλιο στη χώρα μας. Αφενός το βιβλίο ήταν μικρό και αφετέρου περιείχε μια φράση που οι Έλληνες αποστήθισαν μαζικά: «Όταν επιθυμείς κάτι, ολόκληρο το σύμπαν συνωμοτεί για να το αποκτήσεις». Πώς; Μόνο με την επιθυμία; Χωρίς κόπο; Χωρίς πόνο; Χωρίς διάβασμα; Χωρίς γνώση; Ό,τι κι αν εννοούσε ο Κοέλιο, οι παθητικοί -και λόγω Ορθοδοξίας- Έλληνες καθησυχάστηκαν, αφέθηκαν στο σύμπαν και το περίμεναν να συνωμοτήσει υπέρ τους. Το σύμπαν δεν συνωμότησε.

Η αδιαφορία για την πολιτική και η απόλυτη αντιπνευματικότητα οδήγησαν στην χρεοκοπία. Πρώτα στην κοινωνική, ηθική και πολιτιστική χρεοκοπία και μετά στην οικονομική.
Ακόμα κι αν διαφωνεί κάποιος πως η αδιαφορία της πλειοψηφίας των πολιτών για την πολιτική και η αποστροφή τους για την γνώση οδήγησαν στην οικονομική χρεοκοπία, δεν θα διαφωνήσει στο ότι οι πολίτες καλούνται σήμερα να αντιμετωπίσουν την χρεοκοπία με τα πνευματικά εφόδια που απέκτησαν όλα αυτά τα χρόνια. Δηλαδή, με τον Σφακιανάκη, τη Μενεγάκη, τα ζώδια, τους μάγειρες, τις συνταγές και ό,τι άλλο πρόβαλε η ιδιωτική τηλεόραση.
Κοίταξε τα cd που αγόρασες όλα αυτά τα χρόνια, τα βιβλία που διάβασες (αν διάβασες), θυμήσου τις ταινίες, τις θεατρικές παραστάσεις και τις συναυλίες που παρακολούθησες (αν παρακολούθησες), γιατί είναι αυτά τα όπλα με τα οποία θα αντιμετωπίσεις την χρεοκοπία. Αυτός είσαι.

Βέβαια, ένας μεγάλος αριθμός Ελλήνων αντιμετωπίζει την χρεοκοπία με μόνο εφόδιο την αποβλάκωση που του πρόσφερε η ελληνική τηλεόραση. Και συνεχίζει να αποβλακώνεται.
Χρειάζονται εφόδια για να σκεφτείς. Και αυτά τα εφόδια δεν θα τα βρεις στην τηλεόραση.
Η τηλεόραση δεν έχει καμία σχέση με την παιδεία, την γνώση και το πνεύμα. Είναι ένα μέσο που μπορεί κάποιες φορές –και υπό προϋποθέσεις- να είναι ενδιαφέρον και ψυχαγωγικό αλλά στην Ελλάδα δεν συνέβη ούτε αυτό. Η ελληνική τηλεόραση απευθύνεται στα χαμηλά ένστικτα και –με ελάχιστες εξαιρέσεις- είναι ένας σκουπιδοτενεκές, με ξεπουλημένα λαμόγια, χαζογκόμενες, βιζιτούδες και διάφορους άλλους φελλούς.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο το ότι οι Έλληνες που σέβονται τον εαυτό τους δεν εμφανίζονται στην τηλεόραση. Ίσως, να δέχτηκαν να εμφανιστούν σε κάποια αξιοπρεπή εκπομπή της κρατικής τηλεόρασης αλλά μέχρι εκεί.
Το να μην εμφανίζεσαι στην τηλεόραση σημαίνει -μεταξύ άλλων- πως δεν πιστεύεις πως πάνω απ’ όλα είναι το κέρδος. Γιατί η τηλεόραση έχει να κάνει με πολλά χρήματα.
Όλα αυτά τα χρόνια, τα πρόσωπα της ελληνικής τηλεόρασης δεν ενδιαφέρονταν, βέβαια, για την πολιτική. Ήταν εθνικοί σταρ, οπότε ανήκαν σε όλους τους Έλληνες και δεν έπαιρναν ποτέ θέση για τίποτα. Επίσης, τα πρόσωπα της τηλεόρασης –τουλάχιστον αυτά που κυριάρχησαν- είναι βαριά αμόρφωτα.
Σε μια χώρα που μεγάλο μέρος των πολιτών δεν ενδιαφέρονταν για την πολιτική και την γνώση -και η «εκπαίδευσή» τους ήταν τηλεοπτική-, δεν θα πρέπει να κάνει σε κανέναν εντύπωση το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή εκφράζει σήμερα εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες μας.

Αν δεν σε ενδιέφερε ποτέ η πολιτική και, παράλληλα, έχεις την εντύπωση πως ο Καζαντζάκης είναι ποδοσφαιριστής, είναι απόλυτα λογικό –όταν χρειαστεί- να εκφραστείς πολιτικά με το απόλυτο σκοτάδι, τον φασισμό, τους ψευτοτσαμπουκάδες, τις μαγκιές, τις κλωτσιές, τα ουρλιαχτά και όλη αυτήν την κτηνωδία που εκπροσωπεί η Χρυσή Αυγή. Το κτήνος το εκφράζουν τα κτήνη.
Φυσικά, δεν είναι καθόλου τυχαία η συμπάθεια των τηλεοπτικών προσώπων για τους βουλευτές της Χρυσής Αυγής. Μαζί τους αισθάνονται πολύ άνετα, αφού πνευματικά βρίσκονται στην ίδια κατάσταση: σε αυτή του χιμπαντζή.
Η Χρυσή Αυγή δεν ήρθε τώρα. Ο νεοναζισμός δεν ήρθε τώρα. Ο φασισμός δεν ήρθε τώρα. Θα έπρεπε να τον είχες διακρίνει στον ναρκισσισμό της Ελένης, στην εγωπάθεια του Σάκη, στη ρηχότητα της Ρούλας και του Γρηγόρη, στον αδίστακτο κυνισμό του Θέμου και στην κτηνώδη βλακεία που κουβαλάνε όλα αυτά τα εγωκεντρικά ανθρωποειδή που θεοποίησαν το εύκολο κέρδος, προώθησαν την ιδιωτεία και πούλησαν τη ψυχή τους στον διάολο.
Κι αν αυτοί έβγαλαν πολλά χρήματα, αυτοί που τους παρακολουθούσαν μαγεμένοι –και τους παρακολουθούν ακόμα αφού είναι πια ανάπηροι πνευματικά- παίρνουν για τρόπαιο τη Χρυσή Αυγή.

Οι πολίτες έχουν χρέος να ασχολούνται με τα κοινά και να ενδιαφέρονται για την πολιτική.
Οι πολίτες έχουν χρέος να φροντίζουν την ψυχή τους και το μυαλό τους, να επιζητούν την γνώση και να αποφεύγουν τα σκουπίδια.
«Μας πρόδωσαν οι πολιτικοί» λένε οι πολίτες. Ναι, αλλά πολύ πριν, οι πολίτες είχαν προδώσει τους εαυτούς τους. Το πρώτο δεν θα είχε συμβεί, αν δεν είχε συμβεί το δεύτερο.
Ο φασισμός είναι εδώ. Μέσα μας.
(Στη φωτογραφία -με ελληνική φορεσιά- είναι ο Όσκαρ Ουάιλντ. Αν και τα βιβλία του Όσκαρ Ουάιλντ υπάρχουν πια παντού -και στο διαδίκτυο-, εκατομμύρια Έλληνες στη διάρκεια της ζωής τους δεν θα διαβάσουν ούτε μια φράση του επειδή το σύμπαν δεν θα συνωμοτήσει.)
Πηγή: pisirikos.net

Σάββατο, 21 Ιουνίου 2014

Ο εξαρθρωμένος χρόνος

του Γιάννη Κιμπουρόπουλου (ΚΙΜΠΙ)



Μια φράση μου ’χει σφηνωθεί εδώ και μερικά χρόνια στο μυαλό. Την έχω κλέψει κάμποσες φορές, την έχω καταχραστεί, αλλά μάλλον δεν είχα μπει μέχρι τώρα στο μεδούλι της. «Το να χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν κάταγμα». Αν θυμάμαι καλά, το ’λεγε στον εαυτό του ένας από τους ήρωες των διηγημάτων του Χρήστου Οικονόμου, στη συλλογή «Κάτι θα γίνει, θα δεις». Το βιβλίο έχει φύγει από τη βιβλιοθήκη μου, κάπου το δάνεισα, καλώς το δάνεισα, τα βιβλία είναι για να διαβάζονται κι όχι για να κοιμούνται στα ράφια, αλλά και κακώς, γιατί τώρα που το αναζήτησα για να τσεκάρω τη φράση δεν το ’χω. Ας εμπιστευτώ την αβέβαιη μνήμη μου.

Προσπαθώ να φανταστώ τον συνειρμό που οδήγησε στο «κάταγμα». Όταν σπας χέρι, πόδι, ...
λεκάνη, σπόνδυλο υποχρεώνεσαι σε μερική ακινητοποίηση, ενίοτε και ολική. Ξέρεις ότι το ίδιο το οστό δεν κινείται, ο μυς το κινητοποιεί, αλλά μαζί με το ακινητοποιημένο οστό ακινητοποιείται αναγκαστικά και ο μυς. Του «απαγορεύεται» να κινηθεί, με ένα νάρθηκα ή με γύψο ή με εκείνους τους φρικτούς μεταλλικούς συνδέσμους που τοποθετούνται μετά την επέμβαση, αν το κάταγμα είναι σοβαρό. Εν μέρει γίνεσαι ένα ασπόνδυλο, ένα μαλάκιο, ένας γαιοσκώληκας.
****
Τα οστά αρθρώνουν το σώμα στην πολύπλοκη μηχανή του σώματος που συνδυάζει την ευελιξία με τη σταθερότητα, την τρυφερότητα με τη σκληρότητα, την αβεβαιότητα με την ασφάλεια. Κάτι τέτοιο πρέπει να συμβαίνει και με τη δουλειά. Αρθρώνει τον χρόνο σου. Χωρίς το απεχθές, αλλοτριωτικό, αποξενωτικό, εξουθενωτικό, εκμεταλλευτικό, ψυχοφθόρο, κακοπληρωμένο οκτάωρο της δουλειάς – αλλά και τετράωρο ή δεκάωρο- το 24ωρο γίνεται μια άμορφη μάζα, χωρίς αρχή, μέση, τέλος. Το να χάνεις τη δουλειά σου είναι σαν να εξαρθρώνεται ο χρόνος σου.

Λέτε να βρήκα πού κολλάει το «κάταγμα» του Χ. Οικονόμου; Δεν έχει τόση σημασία, όμως, τίποτε δεν μπορεί να υποκαταστήσει το πρωτότυπο μιας σύλληψης, ούτε τη μοναδικότητα ενός βιώματος. Πιθανότατα κάθε άνεργος, μετά λίγους μήνες «προσαρμογής» στη νέα κατάσταση, έχει ένα μοναδικό μίγμα συναισθημάτων, μια ιδιαίτερη ποσόστωση «αχρηστίας», «τεμπελιάς», αδυναμίας, απομόνωσης, αποκλεισμού, αυτοαποκλεισμού, ματαίωσης, διάψευσης,  που τελικά αποκρυσταλλώνονται σε μια αίσθηση προσωπικής αποτυχίας. Ωστόσο, το κοινό χαρακτηριστικό κάθε ανέργου, κάθε ανέργου που έχει πίσω του πολλά χρόνια δουλειάς, ενδεχομένως και δεκαετίες, είναι η αδυναμία να ξαναοργανώσει τον «απελευθερωμένο» χρόνο του.
 ****
Ό,τι κι αν καταλογίσει κανείς στη δουλειά σε συνθήκες καπιταλισμού, ό,τι αρνητικό κι αν της αποδώσει- την αποξένωση, την εκμετάλλευση, τη μισθωτή σκλαβιά, τον εξευτελισμό, την ταπείνωση, την καταπίεση της δημιουργικότητας, την έλλειψη ικανοποίησης, την εξουθενωτική ρουτίνα, τη σωματική καταπόνηση, την καταρράκωση της προσωπικότητας, τον ελεεινό ανταγωνισμό-, αυτός ο κακός, φρικτός κι ανάποδος καταναγκασμός, αυτό το βαρύ οκτάωρο που σου το τρώει τ’ αφεντικό, τελικά σού οργανώνει τη μέρα, το 24ωρο, την εβδομάδα, τους μήνες, τον χρόνο.

Όταν έχεις δουλειά, πολύ απλά η μέρα σου έχει ώρες πριν και μετά απ’ αυτήν. Θέλεις δεν θέλεις, πρέπει να κάνεις επιλογές και ιεραρχήσεις για τις υπόλοιπες 12-15 ώρες που σού απομένουν. Κάποιες είναι ύπνος, κάποιες άραγμα, κάποιες δουλειές για το σπίτι, την οικογένεια, κοινωνικές σχέσεις με συγγενείς, φίλους, συναδέλφους, συντρόφους. Πρακτικά, αυτός ο κατ’ επίφαση ελεύθερος, εκτός δουλειάς χρόνος δεν είναι τίποτε άλλο παρά χρόνος για να αναπληρώσεις τις δυνάμεις που σε καταστούν ικανό να πας και την άλλη μέρα στη δουλειά. Ο θείος Κάρολος το έχει αναλύσει επαρκώς αυτό εδώ κι ενάμιση αιώνα, ας μην το ζαλίζουμε περαιτέρω. Αλλά αυτή η σχέση εργάσιμου και υποταγμένου στον εργάσιμο «ελεύθερου» χρόνου σε απαλλάσσει από την βάσανο να οργανώσεις εσύ ο ίδιος το 24ωρό σου, από την αυγή της μέρας μέχρι τα μεσάνυχτα, τουλάχιστον μέχρις ότου εσύ και αρκετά εκατομμύρια σαν εσένα αποφασίσουν ότι ήρθε η ώρα να απαλλαγούν από τα δεσμά της μισθωτής σκλαβιάς. Μέχρι τότε, για τη βασική δομή του 24ώρου σου αποφασίζει ο εργοδότης σου, ο συγκεκριμένος ή ο αφηρημένος συλλογικός εργοδότης σου. Αυτός παρέχει τον σκελετό στο σώμα του χρόνου σου.
****
Συμπληρώνοντας μερικούς μήνες πραγματικής ανεργίας, διαπιστώνω ότι έχω περάσει ήδη το όριο της πλήρους εξάρθρωσης του χρόνου μου. Τώρα καταλαβαίνω κάπως καλύτερα τον συνάδελφό που είχε επισημάνει πωςχειρότερο από το να δουλεύεις και να μην πληρώνεσαι είναι να σηκώνεσαι το πρωί και να μην έχεις τι να κάνεις και πού να πας, γιατί απλώς δεν έχεις δουλειά. Τώρα καταλαβαίνω και το σοκ του συνταξιούχου που έπειτα από 35 χρόνια δουλειάς αντιμετωπίζει με δέος το «ελεύθερο» 24ωρό του και το γεμίζει ή με κατάθλιψη ή με ένα επινοημένο υποκατάστατο πλήρους απασχόλησης. Τώρα καταλαβαίνω και τη νευρική αμηχανία του 26χρονου ανιψιού μου που, με ένα πτυχίο μηχανικού υπό μάλης, δηλώνει διαθέσιμος για «ό,τι να ’ναι», «όσο να ’ναι». Τώρα καταλαβαίνω τον ήρωα της ταινίας του Λοράν Καντέ «Ελεύθερος ωραρίου», τον άνεργο Βενσάν που αποκρύπτει από τους πάντες την απόλυσή του και επινοεί μια φανταστική εργασία, περνώντας τις μέρες του στους δρόμους, κοιμώμενος στο αυτοκίνητο, τρώγοντας τις οικονομίες του και παραμυθιάζοντας την οικογένειά του κάθε σαββατοκύριακο για τη συναρπαστική δουλειά του στον ΟΗΕ.

Θεωρητικά, η ανεργία μπορεί για κάποιο διάστημα να είναι μια δημιουργική περίοδος. Οι φίλοι κι οι δικοί σου σε συμβουλεύουν «να κάνεις πράγματα για τον εαυτό σου»: γράψει ποίηση, γράψε λογοτεχνία, ζωγράφισε, διάβασε, δες παλιούς φίλους, κάνε μικροεπισκευές στο σπίτι, φύτεψε λουλούδια, κάνε το νοικοκυριό του σπιτιού, μαγείρεψε, βοήθησε το παιδί στο διάβασμα, κάνε πράγματα που δεν έκανες πριν μαζί του, πήγαινε στο χωριό σου, κάνε τον ερασιτέχνη αγρότη αν έχεις λίγη γη, έλεγξε την υγεία σου, πήγαινε στους γιατρούς όσο υπάρχει ασφάλιση, δες τι γίνεται με το συνταξιοδοτικό σου, κάνε εθελοντισμό. Υπάρχουν χίλια δυο πράγματα που δεν απαιτούν χρήματα ή απαιτούν λίγα, και μάλιστα μπορεί και να σου γλιτώνουν χρήματα. Φυσικά, μέσα σ’ όλα κάπου πρέπει να βρεις χρόνο και για το «ψάξε για δουλειά», αλλά επειδή αυτό αποκλείεται να έχει άμεσο αποτέλεσμα με 1,5 εκατ. ανέργους, είναι δεδομένο πως για αρκετούς μήνες θα έχεις άφθονο «ελεύθερο» χρόνο, για να κάνεις «πράγματα για τον εαυτό σου».

‘Όμως, όταν κάθε πρωί είσαι αντιμέτωπος μ’ αυτόν τον άχρονο, άρρυθμο, εξαρθρωμένο «ελεύθερο» χρόνο, έχεις πρόβλημα. Πώς ξεκινάς; Από τι; Εντάξει, φτιάχνεις τον πρώτο καφέ της μέρας, κάνεις και το πρώτο τσιγάρο, αποχαιρετάς τη γυναίκα σου που πάει στη δουλειά (ναι, υπάρχει τουλάχιστον κάποιος που δουλεύει), αποχαιρετάς και το παιδί που πάει σχολείο. Μετά; Κάνεις δυο τρία στοιχειώδη πράγματα στο σπίτι- μην είσαι γαϊδούρι, θα έρθει η άλλη σκοτωμένη απ’ τη δουλειά και θα τα βρει όλα στη μέση;-, ετοιμάζεις το μεσημεριανό, εξαντλώντας τους μαγειρικούς πειραματισμούς, ποτίζεις τις γλάστρες, πληρώνεις λογαριασμούς που λήγουν, ψωνίζεις στο σούπερ μάρκετ… Και μετά; Αυτά γίνονταν και πριν, δεν δικαιολογούν την παρουσία σου και, προ παντός, δεν γεμίζουν το 24ωρό σου. Παίρνεις κανένα τηλέφωνο, ενημερώνεσαι αποσπασματικά στο ίντερνετ, διαβάζεις ένα βιβλίο που το σέρνεις για εβδομάδες, κοιτάζεις την ατζέντα μήπως υπάρχει κανένα ραντεβού, οι περισσότερες ημερομηνίες είναι κενές σημειώσεων, αποφασίζεις κάτι να κάνεις, θυμάσαι ή επινοείς εκκρεμότητες, φτιάχνεις λίστες «καθηκόντων» στον εαυτό σου, ανακαλύπτεις ότι έχουν δίκιο όσοι σε συμβουλεύουν «πόσα πράγματα έχεις να κάνεις για τον εαυτό σου», αλλά όταν αυτά τα «πολλά πράγματα» επιχειρείς να τα οργανώσεις, να τα ιεραρχήσεις, να τα ταξινομήσεις, αδυνατείς. Τα αναβάλλεις, τα μετακινείς, καταστρατηγείς τα χρονοδιαγράμματα, κολλάς σ’ έναν βάλτο αδράνειας. Όταν επιχειρείς έναν απολογισμό των εβδομάδων και των μηνών που πέρασαν, αναρωτιέσαι πότε ήταν Χριστούγεννα, πότε Απόκριες, Πάσχα, πού πήγαν οι αργίες, πότε έφτασε καλοκαίρι. Οι εποχές, το ημερολόγιο και τα ορόσημά του γλιστρούν και χάνονται μέσα από το σουρωτήρι του εξαρθρωμένου «ελεύθερου» χρόνου της ανεργίας.
****
Από μια άποψη είναι λυπηρό. Είναι ένα τεκμήριο της θλιβερής μας αλλοτρίωσης από τον «αρθρωμένο χρόνο» της μισθωτής σκλαβιάς. Φαίνεται ότι αυτός ο εξαρτημένος χρόνος έχει την ικανότητα να ιδιοποιείται όλο τον χρόνο μας, να καταλύει την ικανότητά μας να αυτοργανωθούμε, να επαναϊδιοποιηθούμε τον απελευθερωμένο χρόνο μας. Είναι σχεδόν κάτι αφύσικο, ή για την ακρίβεια είναι μια δεύτερη, κεκτημένη «φύση» στην οποία μας εκπαιδεύει ο οργανωμένος εργάσιμος χρόνος (είτε είναι ευέλικτος και ελαστικοποιημένος είτε είναι σταθερός, ο πρώτος απλώς απογειώνει την εξάρτηση του «ελεύθερου» χρόνου, σε σημείο εκμηδενισμού του). Ας μην ξεχνάμε, η «εκπαίδευση» ξεκινά από νωρίς, το σχολείο είναι και μια προσομοίωση του εργάσιμου χρόνου, μάταια αντιστέκονται τα βλαστάρια μας που αρνούνται να ξυπνήσουν το πρωί, στο τέλος εμείς οι ίδιοι καταστέλλουμε τη φυσική τους αντίσταση...

Παρ’ όλα αυτά, μού λείπει. Μού λείπει ο αρθρωμένος, εξαρτημένος, ιδιοποιημένος, ο κλεμμένος από τον εργοδότη και την αγορά εργάσιμος χρόνος, που καταλαμβάνει και δίνει υπόσταση σε όλο τον χρόνο μου. Προφανώς το σώμα μου αντιλαμβάνεται ότι αυτού του είδους η βίαιη «απελευθέρωση» του ανθρώπινου χρόνου από την εργασία δεν είναι παρά μια εναλλακτική στρατηγική υποδούλωσής του. Με χαμηλότερο κόστος, λιγότερα παζάρια, χαμηλές απαιτήσεις. Το επόμενο στάδιο είναι το «ό,τι να ’ναι, όσο να ’ναι» - τίποτα δεν είναι τυχαίο στο άναρχο σχέδιο της μνημονιακής μας πραγματικότητας.
Μακρύς ο δρόμος της απελευθέρωσης του χρόνου μας, κι ακόμη πιο μακρύς ο δρόμος της χειραφέτησης του είδους μας…

Τρίτη, 3 Ιουνίου 2014

«Προς κατάρρευση του δολαρίου»

«Θάνατος του χρήματος» ονομάζεται το πολυσυζητημένο βιβλίο του Author Rickards.Ο γνωστός οικονομολόγος αναλύει την πορεία προς την διάλυση του δολαρίου και τις καταστροφικές συνέπειες που μας περιμένουν. Ωστόσο, τα γεγονότα εκτυλίσσονται πιο σύντομα από ότι τα είχε υπολογίσει. Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ολοένα και αυξανόμενη παγκόσμια κρίση ρευστότητας η οποία σηματοδοτείται από διόλου τυχαία γεγονότα.

Από τη μια πλευρά οι ανησυχίες της Κίνας για πιθανή υπερτίμηση του δολαρίου από τις ΗΠΑ ,μεσώ του πληθωρισμού, τις οδήγησε να αγοράζουν όσο πιο πολύ χρυσό μπορούν.

Η λογική πίσω από αυτή την πολιτική είναι απλή. Οι ΗΠΑ στην προσπάθεια τους να αποπληρώσουν το χρέος τους το οποίο ανέρχεται στα 17 τρισεκατομμύρια δολάρια θα μειώσουν την άξια του νομίσματος τους και έτσι θα οδηγηθούμε σε αύξηση της αξίας του χρυσού γεγονός που ενισχύει τις ιλιγγιώδεις ταχύτητες ανάπτυξης της Κίνας σε όλα τα επίπεδα μιας και κατέχει μεγάλες ποσότητες χρυσού.

Από την άλλη πλευρά η Ρωσία όχι μονό έχει ξεκινήσει πόλεμο με τις ΗΠΑ για τα ζητήματα της Κριμαίας και της Ουκρανίας άλλα o Vladimir Putin οραματίζεται μια ευρασιατική οικονομική ζώνη , η οποια θα περιλαμβάνει την Ανατολική Ευρώπη, την κεντρική Ασία και την Ρωσία δηλώνοντας ρητά πως το ρωσικό ρούβλι είναι έτοιμο να πάρει τη θέση είτε του παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος είτε του περιφερειακού αποθεματικού νομίσματος.

Η συνεργασία δυο παγκοσμίων δυνάμεων όπως η Ρωσία και η Κίνα έχοντας σαν κοινό σκοπό την κατάρρευση του δολαρίου ως αποθεματικό νόμισμα είναι καταλυτικής σημασίας. Την προηγούμενη τέταρτη οι δυο δυνάμεις υπέγραψαν μια ιστορική συμφωνία κατά την οποια η Ρωσία θα παρέχει στην Κίνα φυσικό αέριο για τα επόμενα 30 χρόνια. Η έλλειψη του δολαρίου σε τούτη τη συναλλαγή είναι και η πηγή του κακού δεδομένου ότι το δολάριο είναι το θεμέλιο του συστήματος.

Επιπρόσθετα ισχυρές χώρες όπως η Ρωσία ,η Κινά , το Ιράν και η Ινδία δεν είναι υπό την αιγίδα προστασίας των ΗΠΑ όποτε η οικονομική αποδυνάμωση των ΗΠΑ και του δολαρίου κατ επέκταση είναι ένα γεγονός που τους ωφελεί.
Τα λάθη που έχουν γίνει και έχουν οδηγήσει στη αστάθεια του δολαρίου είναι αυτά που τελικά θα οδηγήσουν στην Κατάρρευση τού. το μονό που περιμένουμε είναι ένα λιθαράκι για να ξεκινήσει το ντόμινο.

Η διάσωση από αυτή την κρίση ρευστότητας μπορεί να έρθει από το ΔΝΤ δημοσιοποιώντας τα επίσημα αποθεματικά κάθε χωράς προκειμένου να προκύψει το νέο παγκόσμιο νόμισμα.

πηγή: Russia Today

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

Umberto Eco. Οι κρετίνοι, οι ανόητοι, οι βλάκες και οι τρελοί

frixos

Χρήσιμες γνώσεις για την συμμετοχή σε συζητήσεις - συνεδριάσεις - συνελεύσεις .
Κάπου πρέπει να έχετε πετύχει η μπορεί να πετύχετε αυτές τις περιπτώσεις!

Οι κρετίνοι, οι ανόητοι, οι βλάκες και οι τρελοί λοιπόν. 

Ο κρετίνος δεν μιλάει καν, σαλιαρίζει, είναι σπαστικός. Κοπανάει το παγωτό στο κούτελο του από έλλειψη συντονισμού. Μπαίνει στην περιστροφική πόρτα από την αντίθετη πλευρά".
"Πώς γίνεται;".
"Αυτός τα καταφέρνει. Γι αυτό είναι κρετίνος. Δεν μας ενδιαφέρει, τον αναγνωρίζουμε αμέσως, και δεν εμφανίζεται σε εκδοτικούς οίκους. Ας τον αφήσουμε εκεί που είναι".
"Ας τον αφήσουμε".

"Το να είσαι ανόητος είναι πιο περίπλοκο. Είναι κοινωνική συμπεριφορά. Ανόητος είναι αυτός που δεν πετυχαίνει ποτέ το ποτήρι".
"Τι εννοείτε;".
"Αυτό". Σημάδεψε με το δείκτη το τον πάγκο δίπλα στο ποτήρι. "Σκοπεύει να μιλήσει γι αυτό που υπάρχει μες στο ποτήρι αλλά, όπως και να 'χει, πέφτει έξω. Αν θέλετε, για να το πούμε απλά, είναι αυτός που κάνει γκάφες, που ρωτάει τι κάνει η ωραία σας κυρία στον τύπο που μόλις τον εγκατέλειψε η γυναίκα του. Καταλαβαίνετε;"
"Καταλαβαίνω. Τους ξέρω".

"Ο ανόητος είναι περιζήτητος, ιδίως στις κοσμικές συγκεντρώσεις. Φέρνει τους πάντες σε αμηχανία, μα προσφέρει ευκαιρίες για σχόλια. Στη θετική μορφή του είναι διπλωματικός. Μιλάει εκτός θέματος ακόμη και για τις γκάφες των άλλων, στρέφοντας αλλού τη συζήτηση. Ωστόσο δεν μας ενδιαφέρει, δεν είναι ποτέ δημιουργικός, μηρυκάζει, επομένως ποτέ δεν έρχεται να φέρει χειρόγραφα σ έναν εκδοτικό οίκο. Ο ανόητος δεν λέει ότι η γάτα γαβγίζει, μιλάει για τη γάτα όταν οι άλλοι μιλούν για το σκύλο. Λαθεύει στους κανόνες της συζήτησης, κι όταν λαθεύει ωραία είναι υπέροχος. Νομίζω ότι πρόκειται για απειλούμενο είδος, είναι φορέας κυρίως αστικών αρετών. …

Και ο βλάκας;".
"Α! Ο βλάκας δεν κάνει λάθη συμπεριφοράς. Κάνει λάθος συλλογισμούς. Είναι αυτός που λέει ότι όλοι οι σκύλοι είναι κατοικίδια και όλοι οι σκύλοι γαβγίζουν, όμως και οι γάτοι είναι κατοικίδια ζώα, επομένως γαβγίζουν. Ή ότι όλοι οι Αθηναίοι είναι θνητοί, όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι θνητοί, επομένως όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι Αθηναίοι".

"Πράγμα που ισχύει".
"Ναι, αλλά συμπτωματικά. Ο βλάκας μπορεί να πει και κάτι σωστό, όμως για λανθασμένους λόγους".
"Μπορούμε να πούμε λανθασμένα πράγματα, αρκεί οι λόγοι να είναι σωστοί".
"Κατ ανάγκην. Αλλιώς γιατί να πασχίζουμε τόσο να είμαστε έλλογα όντα;".
…."Σκεφτείτε το μόνος σας. Σας είπα ότι ο βλαξ δύσκολα εντοπίζεται. Ένας βλάκας μπορεί να πάρει ακόμα και το βραβείο Νόμπελ".

Ο τρελός, αντίθετα, δεν νοιάζεται για τη λογική, προχωρεί με βραχυκυκλώματα. Γι αυτόν, το καθετί αποδεικνύει τα πάντα. Ο τρελός έχει μια έμμονη ιδέα και οτιδήποτε βρει του κάνει για να την υποστηρίξει. Τον τρελό τον αναγνωρίζεις από τις ελευθερίες που παίρνει μπροστά στο καθήκον της απόδειξης, από την ευκολία με την οποία δέχεται επιφοιτήσεις. Και θα σας φανεί παράξενο, αλλά ο τρελός, αργά ή γρήγορα, ξεφουρνίζει τους Ναΐτες".


Διάλογοι από το βιβλίο «το εκκρεμές του Φουκώ» του Ουμπέρτο Εκο. Τα έντονα γράμματα ευθύνη μου.