Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

Το Βατούμ των Ελλήνων

Στις διηγήσεις των Ποντίων της πρώτης γενιάς περίοπτη θέση δίπλα στις ιστορικές κοιτίδες του Ελληνισμού της Μαύρης Θάλασσας, όπως η Τραπεζούντα, η Κερασούντα, η Αμισός και η Σινώπη, καταλαμβάνει και μια πόλη με ξενικό όνομα, η οποία μάλιστα γεωγραφικά και ιστορικά δεν εντάσσεται σε αυτό πού εννοούμε λέγοντας Πόντος: το Βατούμ. Τις τελευταίες όμως δεκαετίες της ζωής των Ελλήνων του Πόντου στην ιστορική πατρίδα τους, είχε συνδεθεί τόσο στενά με τύχη του Ποντιακού Ελληνισμού, όντας το συνηθέστερο ασφαλές καταφύγιό τους απέναντι στην καταπίεση και την αυθαιρεσία των Τουρκικών αρχών, ώστε την αγάπησαν δικαιολογημένα σαν δική τους.

Το Βατούμ, ο «Βαθύς Λιμήν» της αρχαιότητας βρίσκεται εκεί ακριβώς που οι αρχαίοι Έλληνες τοποθετούσαν τη μυθική Κολχίδα. Υπό την έννοια αυτή δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στο λιμάνι της πόλης δεσπόζει σήμερα ένα γιγαντιαίο άγαλμα της Μήδειας!

Επί πολλούς αιώνες το Βατούμ παρέμενε ένα μάλλον μέτριο σε μέγεθος χωριό, γνωστό μόνο για το ασφαλές λιμάνι του και τις οχυρώσεις που πραγματοποίησαν σε αυτό οι κατά καιρούς κύριοι του. Το 1627 καταλήφθηκε οριστικά από τους Τούρκους, οπότε και άρχισε η διαδικασία εξισλαμισμού της Ατζαρίας (της παραθαλάσσιας περιοχής της Γεωργίας, που έχει πρωτεύουσα το Βατούμ). Το 1807 το τουρκικό Μπατούμ διέθετε πληθυσμό 5.000 κατοίκων και αποτελούσε το κέντρο του Οθωμανικού δουλεμπορίου στην περιοχή της Υπερκαυκασίας.
Το 1878 με τη γνωστή Συνθήκη του Αγίου Στεφάνου η πόλη και η ενδοχώρα της προσαρτήθηκαν στην Τσαρική Ρωσία. Υπό τη ρωσική διακυβέρνηση το Βατούμ αναδείχτηκε γρήγορα στο σημαντικότερο λιμάνι της περιοχής του Καυκάσου, έπειτα από αθρόες κυβερνητικές επενδύσεις σε έργα ναυτιλιακής υποδομής. Η σπουδαιότητά του οφείλεται στο ότι ήταν το ασφαλέστερο λιμάνι ολόκληρης της ακτής από το Κερτς έως τη Σινώπη και η ανάπτυξή του βασίστηκε σχεδόν αποκλειστικά στις διαρκώς αυξανόμενες εξαγωγές πετρελαίου από το Μπακού που έδινε την εποχή εκείνη το 1/3 της παγκόσμιας πετρελαιοπαραγωγής. To 1883 εγκαινιάστηκε o Υπερκαυκασιακός Σιδηρόδρομος που συνέδεε το Μπακού με το Βατούμ, γεγονός που απογείωσε στην κυριολεξία την οικονομική ζωή της πόλης, η οποία μέσα σε χρόνο ρεκόρ γέμισε από σύγχρονες βιομηχανίες, διυλιστήρια, μονάδες παραγωγής κηροζίνης κ.α.

Η ολοένα και αυξανόμενη σημασία του Βατούμ δεν ήταν δυνατόν να αφήσει αδιάφορους τους Έλληνες του Πόντου, ιδιαίτερα τους δαιμόνιους εμπόρους των Σουρμένων, που ήταν άλλωστε μία από τις πιο κοντινές προς το Βατούμ περιοχές του Πόντου. Έτσι ήδη από τα χρόνια ζωής του Βατούμ ως σύγχρονης πόλης, τη δεκαετία του 1880 πάρα πολλοί Σουρμενίτ’ εγκατέλειψαν την πατρίδα τους κι εγκαταστάθηκαν οριστικά σε αυτό. Σιγά-σιγά ο αριθμός τους αυξήθηκε σχηματίζοντας μια μικρή Ελληνική παροικία. Από τότε και μέχρι τη φυγή των Ελλήνων, οι Σουρμενίτ’ αποτελούσαν την πιο πολυάνθρωπη και συμπαγή, και δεμένη ομάδα στο εσωτερικό της Ελληνικής κοινότητας του Βατούμ, και εκείνη που κατείχε πάντοτε τα πρωτεία στην κοινοτική οργάνωση των Ελλήνων και την πλειοψηφία του Δ.Σ. της Ελληνικής κοινότητας. Αυτοί άλλωστε ήταν και οι κτήτορες του Αγίου Νικολάου, της ελληνικής εκκλησίας της πόλης, γύρω από την οποία συσπειρωνόταν ολόκληρη η ελληνική παροικία.
Οι Έλληνες του Βατούμ ανήκαν σε όλα τα κοινωνικά στρώματα της πόλης. Δίπλα στους μεγαλοαστούς εμπορευόμενους, χαρακτηριστικές εικόνες από τη ζωή των οποίων μας δίνει η συγγραφέας της «Λωξάνδρας», Μαρία Ιορδανίδου στο μυθιστόρημά της «Διακοπές στον Καύκασο» (1965), βρίσκουμε καταστηματάρχες, μικροέμπορους, τεχνίτες και, φυσικά, ανθρώπους της εργασίας.

Τα τελευταία χρόνια πριν την ανταλλαγή στην πόλη του Βατούμ κυκλοφορούσαν δύο πολύ ελληνικές εφημερίδες, ο «Αργοναύτης», ιδιοκτησίας Στ. Γαληνού, και ο «Ελεύθερος Πόντος», που εξέδιδε ο γιατρός Θεοφύλακτος Θεοφύλακτος. Ευτυχώς τα τεύχη των δύο αυτών εφημερίδων, που απαλλαγμένες από τη λογοκρισία των τουρκικών αρχών μπορούσαν να περιγράψουν με απόλυτη ελευθερία τις ωμότητες που συνέβαιναν στο γειτονικό Πόντο, έχουν διασωθεί και προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες στους σύγχρονους ερευνητές.

Την εποχή της μεγάλης δοκιμασίας των Ελλήνων του Πόντου τόσο η Ελληνική Κοινότητα ως συλλογικός φορέας, όσο και μεμονωμένοι εύποροι Έλληνες της πόλης ενίσχυαν μέσω διαφόρων επιτροπών τους χειμαζόμενους  Έλληνες του Πόντου.

Οι πιο δραματικές στιγμές που γνώρισε η ελληνική κοινότητα του Βατούμ ήρθαν μετά το 1918, όταν στην πόλη συγκεντρώθηκαν χιλιάδες πρόσφυγες, οι οποίοι προέρχονταν είτε από τον Πόντο και είχαν ακολουθήσει το διαλυμένο τσαρικό στρατό που εγκατέλειπε την Τραπεζούντα, είτε από τα ποντιακά χωριά του Καρς, που είχαν καταληφθεί από τους Τούρκους, είτε τέλος από τις ακμάζουσες άλλοτε κοινότητες της Νότιας Ρωσίας και έφευγαν για να αποφύγουν την προέλαση των επαναστατών. Όλοι αυτοί συνωστίστηκαν υπό άθλιες συνθήκες στην περιοχή γύρω από το λιμάνι της πόλης, με σκοπό να μπορέσουν να ταξιδέψουν για την Ελλάδα. Σύμφωνα με την επίκουρη καθηγήτρια του Δ.Π.Θ. Μαρία Βεργέτη γύρω στο 1/3 των προσφύγων που είχαν μαζευτεί στο Βατούμ πέθανε από τις κακουχίες πριν προλάβει να φύγει για την Ελλάδα, όπου τελικά έφτασαν λίγο πάνω από τους μισούς!

Χαρακτηριστικό του δράματος των προσφύγων που είχαν συγκεντρωθεί στο Βατούμ , είναι το παρακάτω απόσπασμα από εφημερίδα της εποχής:

«Εν τω νεκροταφείω: Βαρύ και λυπηρόν είναι να γράψωμεν περί τούτου. Καθ' εκάστην πρωίαν το Νεκροταφείον παρουσιάζει φοβερό θέαμα. 
Εδώ και εκεί, πάνω εις τα χόρτα, είτε εις δρομίσκους πλησίον των τάφων παρατηρούνται τεμάχια ανθρωπίνου κρέατος, κόκκαλα και εντόσθια. Ταύτα είναι έργον των πεινασμένων θώων, οίτινες ανασκάπτωσιν από την γήν νεωστί ενταφιασμένους νεκρούς. 

Μη νομίσετε ότι δια τούτο ενοχοποιούμεν κανέναν δι’ έλλειψιν επιθεωρήσεων. Ουχί. Εδώ έχομεν έργον μεγάλου δυστυχήματος, της τελευταίας πράξεως της προσφυγικής τραγωδίας. 
Ο λόγος είναι περί Ελλήνων προσφύγων του Κάρς και άλλων μερών. Περί της δυστυχίας αυτών πολλά εγράφησαν, αλλά λίγα επράχθησαν. Αυτοί οι δυστυχισμένοι Έλληνες ζώντες υπό συνθήκας ανυποφέρτους από οικονομικής και υγειονομικής απόψεως αναμένουσιν εν τη παραλία ατμόπλοια και ησύχως άνευ θορύβου αποθνήσκουσιν. 

Από τους πρόσφυγας ούτους έμειναν άνω των 11.000 ψυχών εκ των οποίων τους 4.000 δύνανται να παραλάβει το εν λιμένι ατμόπλοιον «Ελευθερία». Πότε θα έλθουν άλλα μεταφορικά άγνωστον. Οι δε δυστυ­χείς πρόσφυγες αποθνήσκουσιν οσημέραι ελαφρυούντες ούτω το έργον της μεταφορικής υπηρεσίας, διότι επιτέλους ολίγοι μόνον άνθρωποι θα μεταφερθώσιν. 

Οι θάνατοι εις τα σκηνώματα τούτων διακυμαίνονται 10-30 κατά το ημερονύκτιον. Οι Έλληνες πρόσφυγες κατήντησαν παντελώς πένητες, προσπαθούσι να αποφύγωσι την Υγειονομική Επιθεώρηση και τον ιερέα ακόμη, ούτω δε θάπτουσι τους νεκρούς των ησύχως κατά τας νύκτας βιαζόμενοι. Και φοβούμενοι να παρατηρήσωσιν πέριξ των. Διο εν τη βία οι δυστυχείς ούτοι δεν δύνανται να ανοίξωσι βαθείς, τάφους και αναγκάζονται τους αγαπητούς τους νεκρούς να θάψωσιν εκ τά­φους μη έχωσιν βάθος πλέον του ημίσεως πήχεως. Και μετά την αναχώρησιν εκ του αβαθούς τάφου τους νεκρούς, ους κατατεμαχίζοντας τελούσι τα όργια αυτών και ούτω δεν δίδωσι ησυχίαν εις τους δυστυ­χείς πρόσφυγες έστω και μετά θάνατον».

Την περίοδο 1919-1924 όσοι από τους πρόσφυγες διέφυγαν το θάνατο, καθώς και ένα μεγάλο μέρος των παλαιών Ελλήνων κατοίκων της πόλης, έφυγαν για την Ελλάδα. Αυτοί που έμειναν πίσω υπέμειναν την απώλεια των περιουσιών τους και κυρίως τις μεταγενέστερες σταλινικές διώξεις, οι οποίες πάντως στην περιοχή ήταν μάλλον ηπιότερες από εκείνες που βίωσαν οι Πόντιοι της γειτονικής Αμπχαζίας (Σοχούμ).

Σήμερα το Βατούμ είναι πρωτεύουσα της αυτόνομης περιοχής της Ατζαρίας. Ο πληθυσμός του είναι γύρω στις 120.000. Μεταξύ αυτών και οι 500 περίπου εναπομείναντες Έλληνες της πόλης, βουβοί μάρτυρες του τέλους μιας από τις πιο ανθηρές ελληνικές παροικίες των αρχών του 20 αιώνα…

Πηγή: amastrismag.blogspot.gr

Κυριακή, 6 Αυγούστου 2017

Χιροσίμα 06/08/1945


Το εκτυφλωτικό φως.

 Για όσους βρίσκονταν εκεί και επέζησαν για να θυμούνται τη στιγμή που ο άνθρωπος για πρώτη φορά έστρεψε εναντίον του τις στοιχειακές δυνάμεις του σύμπαντός του, το πρώτο δευτερόλεπτο ήταν καθαρό φως, εκτυφλωτικό, έντονο φως - φως μιας τρομακτικής ομορφιάς και ποικιλίας. Μπορεί να υπήρξε και ήχος, αλλά κανείς δεν τον άκουσε.



Οι καμμένες σκιές.

Η αρχική λάμψη εξαπέλυσε μία σειρά από δεινά. Πρώτη ήρθε η θερμότητα. Κράτησε για μια στιγμή, ήταν όμως τόσο έντονη που: Eλιωσε τα κεραμίδια στις στέγες και τους κρυστάλλους του χαλαζίτη μέσα στους γρανιτόλιθους. Kαρβούνιασε σε έκταση δύο σχεδόν μιλίων τους τηλεφωνικούς στύλους. Κι έκανε στάχτη τα ανθρώπινα πλάσματα, που βρίσκονταν εκεί κοντά, σε τέτοιο βαθμό ώστε τίποτα δεν έμεινε σαν κατάλοιπο, παρά μόνο οι σκιές τους καμμένες πάνω στην άσφαλτο ή πάνω στους πέτρινους τοίχους. Σε μία ακτίνα τεσσάρων χιλιομέτρων κάηκε το γυμνό δέρμα όλων των ανθρώπων.

Ο σαρωτικός άνεμος.
 Μετά το κάψιμο ήρθε η έκρηξη. Εκρηξη σαρωτική με κίνηση απομακρύνσεως από την πύρινη σφαίρα, με τη δύναμη ενός ανέμου 800 χιλιομέτρων την ώρα. Μόνο τα αντικείμενα που παρουσίαζαν ελάχιστη επιφάνεια αντιστάσεως -οι κουπαστές στις γέφυρες, οι σωλήνες, οι στύλοι- παρέμειναν στην θέση τους. Κατά τα λοιπά, μέσα σ' έναν γιγάντιο κύκλο με διάμετρο 3,5 χιλιομέτρων, τα πάντα είχαν γίνει συντρίμμια.


Οι πύρινοι πίδακες. 

Η θερμότητα και η έκρηξη προκάλεσαν και τροφοδότησαν χιλιάδες φωτιές σε χιλιάδες σημεία μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Σε ορισμένα σημεία η ίδια η γη έμοιαζε να ξερνά φωτιά - γιατί ήταν αμέτρητες οι φλόγες, σαν πύρινοι πίδακες που αναπήδησαν αυτόματα από την ακτινοβόλα θερμότητα.






Η μαύρη βροχή. 
Λίγα λεπτά μετά την έκρηξη, άρχισε να πέφτει μια παράξενη βροχή. Οι σταγόνες ήταν μεγάλες σαν καρύδια και μαύρες! Το τρομακτικό αυτό φαινόμενο προέκυψε από την εξάτμιση της υγρασίας της πύρινης σφαίρας και την συμπύκνωσή της στο σύννεφο που ανέβλυζε από αυτή. Καθώς το σύννεφο που είχε σχηματισθεί από τους υδρατμούς και τον κονιορτό της Χιροσίμα έφτασε σε μεγαλύτερο ύψος και σε ψυχρότερα στρώματα αέρα, οι υδρατμοί συμπυκώθηκαν και έπεσαν κάτω σαν βροχή. Η βροχή δεν ήταν ικανή να σβήσει τις φωτιές, ήταν όμως ικανή, σαν "μαύρη βροχή", να αποκορυφώσει την κατάπληξη και τον πανικό.

Ο "άνεμος της φωτιάς". 

Μετά την βροχή ήρθε ο άνεμος - ο μεγάλος "άνεμος της φωτιάς- που φύσαγε προς το κέντρο της καταστροφής και στροβιλιζόταν και μεγάλωνε την έντασή του καθώς ο αέρας πάνω από την Χιροσίμα θερμαινόταν διαρκώς και περισσότερο και πύρωνε από τις μεγάλες φωτιές. Ο άνεμος φυσούσε τόσο ορμητικά που ξερίζωνε πελώρια δέντρα από τα πάρκα, όπου κατέφευγαν όσοι είχαν επιζήσει.



"Είδαμε την λάμψη". Χιλιάδες άνθρωποι τρέχανε, τρέχανε αλόγιστα, τρέχανε στα τυφλά, χωρίς να ξέρουν για που - μόνο και μόνο για να βγουν έξω από την πόλη. Μερικοί στα προάστια, όταν τους έβλεπαν να έρχονται, νόμιζαν στην αρχή ότι ήταν Νέγροι, όχι Ιάπωνες - τόσο μαύρο ήταν το δέρμα τους. Οι πρόσφυγες δεν μπορούσαν να εξηγήσουν πως είχαν καεί. "Είδαμε την λάμψη", έλεγαν, "και να τι συνέβη"...










Περιγραφή των Φλέτσερ Κνέμπελ και Τσαρλς Μπέϊλι από το βιβλίο τους "Χωρίς σπουδαίο λόγο"
επιμέλεια frixos




Παρασκευή, 23 Ιουνίου 2017

Τηλε-φονικές Αψιμαχίες

του Κωστή Ανετάκη
 

Εκδόθηκε μέσα στο συλλογικό έργο"Γιορτή Ποιητών", 
της Διεθνούς Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών", 
από τις εκδόσεις Ωρίων

Η Σόφη Αμπελά* διέκοψε νευρικά την τηλεφωνική γραμμή που χτυπούσε στο βρόντο. Μια βρισιά ανέβηκε ως τα χείλια της, ασυμβίβαστη με την αγωγή της, αλλά ο καθένας μπορεί καμιά φορά να ξεστρατίσει κομματάκι. Την κατάπιε επιμελώς, καθώς ένιωσε τον βαρύ ίσκιο του διευθυντή να της συννεφιάζει το πρωινό, πίσω απ' την πλάτη της.

Επέλεξε με τον κέρσορα το σταθερό του λεγάμενου, κάτω από το νούμερο του κινητού που μόλις είχε προσπαθήσει να καλέσει. Τίποτα και πάλι. Το 'κλεισε κι ετοιμάστηκε να προχωρήσει παρακάτω στην ατέλειωτη λίστα των κακοπληρωτών.

«Τι έγινε με κείνον τον Λεγάκη, πάλι δεν απαντάει;» άκουσε τη μαλακή φωνή του διευθυντή, που μετά βίας κάλυπτε μια υποχθόνια ψυχρή σκληρότητα, μια υφέρπουσα απειλή που την έκανε ν' ανατριχιάζει, σαν να βάδιζε στη ραχοκοκαλιά της κατσαρίδα, από κείνες τις μαύρες, τις μεγάλες.

«Δυστυχώς κύριε Αποστόλου, κανένα ίχνος ζωής» του αποκρίθηκε ξεφυσώντας αγανακτισμένα.

«Δεν πειράζει Σόφη, εσύ να επιμείνεις. Δουλειά μας είναι να επιμένουμε» είπε κείνος με στόμφο.

Ύστερα, ικανοποιημένος απ' το μάθημα παραγωγικότητας, που πάντοτε είχε στην άκρη των λεπτών σα φύλλα χαρτιού χειλιών του, πήγε στο διπλανό γκισέ να εποπτεύσει.

Η Σόφη ανακάθισε, έσιαξε τη φούστα της και προχώρησε στο επόμενο όνομα. Είχε τέσσερα χρόνια που δούλευε για την εισπρακτική εταιρεία και τούτη η δουλειά, αν και κακοπληρωμένη όπως όλες οι άλλες, είχε μπει κυριολεκτικά μες στο πετσί της.

Τους πρώτους μήνες ένιωθε άβολα, ντρεπόταν κατά βάθος γι' αυτό που έκανε. Μετά από λίγο όμως, είχε αρχίσει να της αρέσει. Την έκανε να νιώθει υπεύθυνη, αυτό το είχε ανάγκη.

Άργησε ωστόσο να παραδεχτεί στον εαυτό της τον πραγματικό λόγο αυτής της μεταστροφής. Η δουλειά τής έδινε κάποιας μορφής ανωτερότητα και πολλές κρυφές χαρές. Ύπουλα, σταδιακά μα σταθερά, η ντροπή μεταστοιχειώθηκε δίχως καλά-καλά να το καταλάβει σε απόλαυση, ένοχη αρχικά, γι' αυτό και τόσο εθιστική.

Τούτο το επάγγελμα, όπως ο Αποστόλου δεν βαριότανε ποτέ να τους κατηχεί, στηριζόταν κυρίως στην ψυχολογική πίεση, απλά και ξεκάθαρα. Δεν είχανε καμιά δικαιοδοσία πάνω στους χρεώστες που καθυστερούσαν τις πληρωμές τους.

Κλινικές έρευνες δεκαετιών, χρηματοδοτούμενες από τραπεζικά κεφάλαια, είχαν εντούτοις αναλύσει την ψυχολογία του οφειλέτη σε δυσθεώρητα βάθη. Στον κοινό άνθρωπο δεν αρέσει κατά βάθος να χρωστάει, είναι γαλουχημένος στην τιμιότητα, ακόμα κι αν στην πορεία φτάνει ν' αμφισβητεί την αξία της.

«Κι εδώ ερχόμαστε εμείς, η φωνή της συνείδησης» όπως θα 'λεγε περήφανα ο Αποστόλου. Ο μέσος άνθρωπος ήταν ανέκαθεν πολύ επιρρεπής σε νουθεσίες, σε πιέσεις, σ' απειλές, σε πειθαναγκασμούς. Ο μέσος άνθρωπος...

Κείνη δεν ανήκε πια στην άθλια πλέμπα των φουκαριάρηδων. Ήταν ανώτερη του απλού πολίτη, μια οντότητα αδιαπέραστη από τη μικρότητα, τη δειλία και την εσωτερική αδυναμία των πολλών· ένας λαμπερός οδηγητής, που κατεύθυνε τις μάζες προς την αναπόφευκτη κατάληξη, τη συμμόρφωση προς τας υποδείξεις.

Η φωνή της ήταν το κάλεσμα του πεπρωμένου. Είχε μάθει να την κάνει ψυχρή, σκληρή αν και βελούδινη όπως ενός διευθυντή, θεατρική και υπόγεια σαρκαστική όπως ενός δημοσιογράφου, μοχθηρή κι απειλητική όπως ενός μαφιόζου, πύρινη και παλλόμενη όπως ενός ιεροκήρυκα.

Ένιωθε, δίχως καμιά υπερβολή, σαν ιεραπόστολος που 'χε πάρει όρκο να φέρει το ποίμνιο στον ίσιο δρόμο του Θεού της Χρηματοπιστωτικής Αληθείας. Γιατί όχι; Τι πιο ιερό απ’ το χρήμα στην εποχή μας; Όλοι το λατρεύουνε, ακόμα κι αν δεν τολμούν να το παραδεχτούνε. Κείνη είχε προ πολλού εξαγνιστεί απ' το θανάσιμο αμάρτημα της υποκρισίας.

Πέρασε ανεπιστρεπτί η εποχή που ένιωθε συμπόνια ή έστω οίκτο, για κείνα τα φοβισμένα ανθρωπάρια που ταλάνιζε απ' το πρωί ως το βράδυ, εκατοντάδες από δαύτους καθημερινά. Απεναντίας, κάθε φορά που ένιωθε απ' την άλλη άκρη της γραμμής το «υποκείμενο» να ιδρωκοπάει, κάθε που τους άκουγε να ξεροκαταπίνουν, να τραυλίζουν ή ν' αναστενάζουν, μια βαθειά ικανοποίηση την ηλέκτριζε, την εξιτάριζε, την ολοκλήρωνε πέρα από κάθε προσδοκία.

Η αδυναμία τους ήταν η δική της δύναμη, η δυσαρθρία τους ερυθροπύρωνε τη ρομφαία του λόγου της, η ντροπή τους ήταν ο θρίαμβός της, η συμμόρφωσή τους η πραγμάτωσή της.

Μόλις οι αφελείς άρχιζαν να παρακαλάνε για λίγο έλεος, λίγο χρόνο, λίγη κατανόηση, τότε μούσκευε ανάμεσα στα σκέλια. Ο άντρας της δεν καταλάβαινε στ' αλήθεια τι ήταν κείνο που την έκανε να του πετάει τα μάτια όξω, κάθε που γύριζε απ' τη δουλειά, πριν ακόμα μπει στο ντους, αλλά της έφτανε που καταλάβαινε αυτή· και κείνου δεν του κακόπεφτε καθόλου, οπότε είχε μάθει να μην κάνει περιττές ερωτήσεις.

Όμως τούτος ο Λεγάκης της είχε γίνει κακό σπυρί στον κώλο. Στην αρχή ήταν απ' τους καλοπληρωτές, ακουμπούσε για χρόνια ανελλιπώς τη δόση του. Μετά άρχισε κι αυτός τις λαμογιές απέναντι στην τράπεζα. Τις πρώτες φορές απαντούσε κανονικά σε κάθε της τηλεφώνημα, μιας και ανήκε στη δική της λίστα, της ανήκε.

Ήταν ευγενικός, μα η Σόφη με κάποιον παράξενο τρόπο, ένιωθε τα ψυχολογικά της βέλη να προσκρούουν και ν' αναπηδούν, θαρρείς πάνω σε ατσάλινη πανοπλία. Οι χειρότεροι πελάτες της, κείνοι που ξέρουν να κρατούν την ψυχραιμία τους και τούτος ήτανε ο πιο αδιαπέραστος απ' όλους. Δεν τον χώνευε τον παλιόπουστα, εδώ της καθότανε.

Πάντα τελικά πήγαινε και πλήρωνε, κουτσά στραβά ήταν ενήμερος. Και πάλι όμως η νίκη φάνταζε λειψή, άνοστη σα σνακ διαίτης, τον ένιωθε πως δε φοβόταν. Της έφερνε νομικά επιχειρήματα, που κατά τη γνώμη του αποδείκνυαν πως η τράπεζα τον είχε χρεώσει υπερβολικούς τόκους. Κείνη πάλι έπιανε τον δίσκο απ' την αρχή και ξεκινούσε να τσαμπουνά το ίδιο συναξάρι, μ' επιμονή ζηλωτή Ιησουίτη. Μακάρι να του 'πεφτε το Τζόκερ, να μη χρειαζόταν άλλη φορά να χάσει τον χρόνο της μαζί του, είχε πιο διασκεδαστικούς στη λίστα της.

Έπειτα σταμάτησε να πληρώνει εντελώς. Ταυτόχρονα ξετσουτσούρδωσε κι άρχισε να μη σηκώνει το τηλέφωνο. Η Σόφη πικαρίστηκε λιγάκι, μα μέσα της ένιωσε να φτιάχνεται, η πρόκληση που αντιπροσώπευε αυτός ο άνθρωπος, τη διέγειρε για μάχη.

Αργά ή γρήγορα η νίκη θα ‘τανε δική της, θα τον έσπαζε, θα τον τσάκιζε. Κανένας δεν γλιτώνει από έναν αποφασισμένο κι ευσυνείδητο υπάλληλο εισπρακτικής, όλοι κάποτε ενδίδουν.

Πέρασαν δυο μήνες χωρίς σημεία ζωής απ' την πλευρά του, μέχρι που κάποια μέρα, κάπου τον Απρίλη, άκουσε το χαρακτηριστικό κλικ από την άλλη πλευρά της γραμμής (το 'ξερα!!) μαζί μ' έναν κοφτό, ασθματικό ήχο, σα λέξη.

«Λέγετε;»

«Παρακαλώ, ο κύριος Λεγάκης Αθανάσιος;» είπε με ύφος αυστηρό, σα δασκάλα που κραδαίνει τον ξύλινο χάρακα, πάνω από ανοιγμένα τρυφερά κι άτακτα χεράκια, που αναμένουν τη δίκαιη τιμωρία, αδημονώντας για τη σκοτεινή, οδυνηρή τους απόλαυση.

«Μάλιστα, ο ίδιος» της απάντησε με φωνή μηχανική, άχρωμη, σχεδόν απόκοσμη.

«Ονομάζομαι Αμπελά Σοφία και τηλεφωνώ από την Άρπα Μπανκ» έκανε κείνη με κάθε επισημότητα. Δεν έλεγαν ποτέ ότι παίρνουν από εισπρακτική, όπως επίμονα είχαν τονίσει οι εκπαιδευτές τους και συνεχώς τους έπρηζε ο Αποστόλου.

Η επίκληση της τράπεζας όχι μόνο δίνει κύρος στον τηλεφωνητή, αλλά υπενθυμίζει στον οφειλέτη το χρέος του και τον βάζει εξαρχής σε μειονεκτική θέση, να ντρέπεται και να αισχύνεται ως οφείλει, ακριβώς επειδή οφείλει.

«Ναι, σας ακούω» ήχησε απ' την άλλη πλευρά, μετά από μια ζοφερή σιωπή λίγων δευτερολέπτων, που την έκανε να νιώσει πως ο Λεγάκης σχεδίαζε κάποιον να σκοτώσει και μετρούσε τις δυνάμεις του (ψυχραιμία Σόφη, δεν μπορεί να σε βλάψει).

«Σας ενημερώνω ότι για δική σας ασφάλεια η συνομιλία καταγράφεται» συνέχισε κείνη το τροπάρι που της είχε γίνει δεύτερη φύση. Όπως τους είχαν μάθει, η επίκληση της καταγραφής της συνομιλίας, πάντοτε ασφαλώς για την ασφάλεια του οφειλέτη, ήταν από τα πιο δυνατά χαρτιά στην προπαρασκευή του σκοπού τους.

Τούτο φανερώνει δύναμη, εξουσία και πάνω απ' όλα υπονοεί πως ό,τι πεις θα χρησιμοποιηθεί εναντίον σου. Σχεδόν κανείς δεν τολμάει να βρίσει, να φερθεί επιθετικά, ν' απειλήσει κι όσοι το κάνουν μια φορά, την επόμενη εμφανίζονται γατάκια, μετανιωμένα και βρεγμένα ως το κόκαλο.

Κείνος δεν είπε απολύτως τίποτα, μα μπορούσε ν' ακούσει την ανάσα του στο μικρόφωνο, νωθρή, υποβλητική, θανατερή.

«Μπορείτε σας παρακαλώ να μου πείτε τον αριθμό ταυτότητας ή το ΑΦΜ σας για να είμαστε σίγουροι ότι μιλάμε μαζί σας;»

Άλλο ωραίο κόλπο αυτό. Ζητώντας ταυτότητα και ΑΦΜ, παίρνεις τη θέση δημόσιας αρχής, γίνεσαι κράτος ρε παιδί μου, κερδίζεις τις εντυπώσεις. Τούτο ενισχύει ακόμα περισσότερο το κύρος και προλειαίνει το έδαφος για μια περήφανη νίκη. Ο Αποστόλου μάλιστα επέμενε να τους βάζεις να το λένε δυο φορές, τάχα ότι δεν ακούστηκε καλά, γιατί έτσι ισχυροποιείς την υποβολή (εδώ σ' έχω, τώρα θα τα πούμε πουλάκι μου).

«Όχι δεν μπορώ» άκουσε από την άλλη άκρη της γραμμής και της το 'κλεισε στα μούτρα. Κι είχε τόσο θράσος τούτη η ατάκα, τόση αποφασιστικότητα την έντυνε, τόση ξεδιαντροπιά, που ένιωσε σα να την είχαν χαστουκίσει καταπρόσωπο.

Α το θρασίμι, α τον κανάγια, τον ξεφτίλα, ποιος νομίζει ότι είναι, πού το βρήκε αυτό το υφάκι απέναντί της ο παλιομπαταχτσής, με ποια νομίζει πως έχει να κάνει;

Αυτή έφταιγε που την προηγούμενη βδομάδα είχε βάλει με το νου της το κακό, μήπως είχε πάθει κάτι ο τσόγλανος, δικό της το λάθος που ‘δειξε ευαισθησία. Όχι μονάχα έσκαγε από υγεία, αλλά είχε και τα μούτρα να παριστάνει τον σκληρό.

Ε λοιπόν, τούτο δε θα περνούσε έτσι. Αν δαύτος μπορούσε να εκμεταλλευτεί τη στιγμιαία ανθρώπινη αδυναμία, που την είχε υποσυνείδητα επηρεάσει, θα ‘βλεπε ποια στ' αλήθεια είναι η Σόφη Αμπελά. Ήταν για κείνη πλέον ζήτημα τιμής, ορκίστηκε ότι θα τον έβαζε να πληρώσει με κάθε δυνατό μέσο.

Προετοιμάστηκε στο σπίτι, ολόκληρο το σαββατοκύριακο, προβάρισε ακόμα και την έσχατη λεπτομέρεια. Οι λέξεις σφύριζαν σα ξυράφια, οι ανάσες της πέφτανε σα καμτσικιές, οι ατάκες οργανωμένες κι αδιαπέραστες σα μακεδονική φάλαγγα. Όμως ο μπάσταρδος δεν της έδωσε την ευκαιρία να χρησιμοποιήσει όσα προετοίμασε. Από κείνη τη μέρα δεν ξανασήκωσε το τηλέφωνο.

Αυτή δεν το 'βαλε κάτω. Κινητό, σταθερό, σταθερό και πάλι κινητό, είκοσι φορές τη μέρα, πρωί-μεσημέρι-απόγευμα. Κείνος όμως τίποτα. Δεν είχε κλείσει το κινητό, δεν είχε αποσυνδέσει το σταθερό, τ' άφηνε και χτυπούσαν κανονικά.

Τον καλούσε από δέκα διαφορετικά νούμερα, για την περίπτωση που αναγνώριζε κάποια απ' αυτά και δεν το σήκωνε επιλεκτικά. Μέχρι κι απ' το δικό της, απ' του άντρα της, απ' του πατέρα της κι απ' της αδελφής της τον έπαιρνε, να τον μπερδέψει. Κανένα αποτέλεσμα.

Μα τι άνθρωπος ήταν επιτέλους αυτός; Οι εκπαιδευτές τους είχαν επισημάνει πως ο μέσος πολίτης, ο κανονικός άνθρωπος, δεν μπορεί ν' αντισταθεί στον ήχο του κουδουνιού που τον καλεί, γιατί έτσι είναι εκπαιδευμένος, μπηχεβιοριστικά, απ' την καμπάνα της εκκλησίας, το κουδούνι του σχολείου, τη σάλπιγγα του στρατού.

Η προσπάθεια ν' αποφύγει κανείς ένα κουδούνι που τον καλεί, συνοδεύεται από κύματα ενοχών, αίσθημα απώλειας κι απελπισίας, κρίσεις άγχους, γενικά το υποκείμενο υποφέρει όταν προσπαθεί ν' αντισταθεί. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει για πολύ. Κανείς, εκτός απ' τον Λεγάκη.

Δεν ήταν φυσιολογικός άνθρωπος, κάτι πήγαινε στραβά. Σκληρός χαρακτήρας, αδίστακτος, αποφασισμένος, δηλαδή επικίνδυνος. Δίχως τσίπα, ντροπή κι ενοχές, σίγουρα άθεος κι αντίχριστος. Αντιμιλούσε, δεν φοβότανε, άρα ήταν εκπαιδευμένος στον ψυχολογικό πόλεμο, άνθρωπος του υποκόσμου, μπορεί και τρομοκράτης. Τρομοκράτης...

Ο Λεγάκης της είχε γίνει εμμονή, ήταν πέρα και πάνω απ' τη δουλειά, αποτελούσε πια προσωπικό λογαριασμό. Τι κι αν ο άντρας της προσπαθούσε να βρει δικαιολογίες για την πάρτη του (γιατί άραγε; Ένοχος ένοχον ου ποιεί, Σόφη το νου σου). Μήπως ήταν άρρωστος, μήπως είχε πεθάνει, μήπως είχε φύγει μετανάστης, τέτοιες βλακείες της αράδιαζε.

Μα ρε πουλάκι μου, αν όντως είχε ψοφήσει το τομάρι, το κινητό του θα είχε ξεμείνει από μπαταρία, δεν θα καλούσε μετά από δυο-τρεις μέρες. Άσε που θα χτύπαγε στην κηδεία του, τι στα διάλα. Όλο και κάποιος θα το άκουγε προτού τόνε παραχώσουν. Αν τυχόν ήταν άρρωστος, κάποιος θα τόνε φρόντιζε, στο νοσοκομείο ή στο σπίτι, κάποιος θα ‘χε βρεθεί να το σηκώσει το ρημάδι.

Μετανάστης πάλι αποκλείεται, πενήντα πέντε χρονών γομάρι. Δεν παίρνουν τόσο μεγάλους στο εξωτερικό, για συνταξιοδοτικούς λόγους. Όχι, ήταν εδώ, ήταν καλά και γελούσε μαζί της, έπαιζε με τη δουλειά της το κάθαρμα.

Να είχε μείνει άνεργος; Μπορεί.

Αλλά και πάλι, τι σόι άνεργος ήταν, που δε σήκωνε το τηλέφωνό του; Δεν έψαχνε για εργασία; Δε φοβόταν μην τον πάρουν για δουλειά και χάσει την ευκαιρία; Όχι, όχι, ο χαραμοφάης ούτε για δουλειά έψαχνε.

Της κόλλησε η πεποίθηση πως τούτος λήστευε τράπεζες, ή πουλούσε ναρκωτικά, πώς αλλιώς ζούσε το ρεμάλι, ήταν ο εγκέφαλος εγκληματικής συμμορίας, να μου το θυμηθείς.

Είχαν περάσει τέσσερις μήνες και κείνος άφαντος. Αποφάσισε πως μόλις έμπαινε ο επόμενος μήνας, θα 'παιρνε τηλέφωνο την αντιτρομοκρατική και θα τον κατέδιδε ανωνύμως. Θα τον ξετρύπωνε πάση θυσία, κανείς δεν θα ‘μπαινε εμπόδιο στη δουλειά της, κανένας δεν είχε το δικαίωμα να την αγνοεί ατιμώρητα, που να πάρει και να σηκώσει ο γερο-διάολος.

***

Ο Θάνος Λεγάκης κάπνιζε το τελευταίο του τσιγάρο στη βεράντα. Το βλέμμα του πότε τρεμόπαιζε γύρω απ' την κάφτρα, που όλο έφτανε πιο κοντά στα κιτρινισμένα του δάχτυλα, πότε μετριότανε με το κενό που τον πρόσμενε μ' ορθάνοιχτες αγκάλες.

Δεν ήταν ζωή αυτή, δεν είχε χαΐρι, καμιά χαρά δεν του 'χε μείνει. Μονάχα τύψεις, ενοχές κι ένα αίσθημα ματαίωσης, που τον κατέτρυχε λες κι ήταν ο Ιούδας. Όμως τουλάχιστον κείνος είχε τριάντα αργύρια να ξοδέψει.

Αλήθεια, πόσους λογαριασμούς μπορούσες να πληρώσεις με τριάντα αργύρια κείνα τα χρόνια; Τυχεροί, δεν είχαν τηλέφωνα, δεν είχαν ρεύμα και το νερό ήτανε τσάμπα, όσο για ξύλα γεμάτος ο τόπος.

Τότε γιατί κρεμάστηκε ο βλάκας;

Είχε λέει τύψεις που πρόδωσε τον δάσκαλό του. Ίσως και να χρωστούσε φόρους, αν και δύσκολα θα μπορούσαν οι Ρωμαίοι να συναγωνιστούν τους Παγκόσμιους Δανειστές σ' αυτόν τον τομέα. Τελικά κατάλαβε πως ο Ιούδας και κείνος είχαν ένα κοινό: είχαν προδώσει κι οι δυο τον εαυτό τους. Τύψεις…

Σπουδαία τα λάχανα! Ο Θάνος είχε προδώσει τα παιδιά του, την οικογένειά του, δεν μπόρεσε να τους στηρίξει, δεν κατάφερε να τους κρατήσει ενωμένους. Σκορπίσανε από δω κι από κει, ο ένας Αυστραλία, ο άλλος Γερμανία, η μικρή του παντρεύτηκε στην Αγγλία, έναν κοκκινοτρίχη φακιδιάρη ονόματι Άρτσιμπαλντ –για όνομα του Χριστού και της Παναγίας! Ήτανε σίγουρος πως το 'κανε από ανάγκη κι απελπισιά, όπως από ανάγκη ξενιτεύτηκαν και τ' αγόρια.

Δε μπορούσε να συγχωρέσει τον εαυτό του που τ' άφησε να φύγουν. Ούτε η Μαρία, σύζυγος του για πιότερο από τριάντα χρόνια, του το συγχώρεσε. Τον παράτησε μόλις έμεινε άνεργος, λες κι ήτανε ο μόνος, τον πούλησε για μια μπουκιά τυρόπιτα.

Μα και πάλι είχε τύψεις, έφταιγε κείνος που τον άφησε η Μαρία -τι θα τρώγαμε, τα πόδια μας; Τι κι αν ο κολλητός του ο Μιχάλης προσπαθούσε να τον πείσει πως δεν έφταιγε διόλου. Μεγάλη καρδιά ο Μιχάλης, να 'ναι καλά, όμως κι αυτός με τ' αντικαταθλιπτικά στέκεται.

Είχε οκτώ μήνες που δούλευε απλήρωτος, όταν έμαθε τα νέα. Η επιχείρηση έσκασε κανόνι, κανονικά και με το νόμο. Μεγάλη κατασκευαστική κρατικοδίαιτη εταιρεία, ο Θάνος δούλευε είκοσι χρόνια εκεί ως μηχανικός κι ονειρευότανε να γίνει αρχιμηχανικός, του το 'χαν τάξει πως του χρόνου θα 'παιρνε την προαγωγή. Του χρόνου...

Πολύ πριν απ' του χρόνου, το κλείσανε το μαγαζί. Δεν έβγαιναν λέει, ένεκα η κρίση. Ούτε δεδουλευμένα, ούτε αποζημίωση, ούτε τίποτα, μήτε καν επίδομα ανεργίας, γιατί τα τελευταία τέσσερα χρόνια δούλευε με μπλοκάκι.

Μετά είδε στη φυλλάδα τον γιο του αφεντικού και το περίφημο πάρτι του στη Μύκονο, το δαπανηρότερο λένε όλων των εποχών, και γύρισε το μάτι του ανάποδα.

Είχε φάει ό,τι είχε και δεν είχε, τόσους μήνες που δούλευε απλήρωτος κι άλλον ένα χρόνο άνεργος, είχε δανειστεί κι από πάνω. Τώρα όλα πήγαν αμόντε.

Όλη του η ζωή ήταν ένα τέλμα, μια ξεφτίλα, έζησε για ένα τίποτα κι αυτή η σκέψη δεν μπορούσε να του φύγει, όσα ούζα κι αν κατέβαζε στο καπηλειό του Θοδωρή, που κρατούσε βερεσέ τεφτέρι. Δεν πήγαινε άλλο, το 'χε πια πάρει απόφαση.

Έγραψε το γράμμα, δώρισε μάλιστα το κορμί του στο νεκροτομείο, αφού δεν είχε μία για την κηδεία κι ούτως ή άλλως εκεί θα κατέληγε το πτώμα. Αν δεν μπορείς να το αποφύγεις, χαλάρωσε για να το απολαύσεις. Σκεφτόταν ότι οι φοιτητές της ιατρικής θα είχαν τη σπάνια ευκαιρία να μελετήσουν τον αντίκτυπο μιας πτώσης τριάντα μέτρων στο σκελετικό σύστημα του ανθρώπου.

Άραγε θα ‘πεφτε με το στήθος ή με την πλάτη, μήπως με το κεφάλι; Τούτο ωστόσο θα το έκρινε η βαρύτητα κι έπειτα η επιστήμη κι η ιδέα της επιστήμης ήταν ίσως το μόνο πράμα που, μ' έναν παράδοξο μαζοχιστικό τρόπο, τον γέμιζε περηφάνια, ακόμα κι ελπίδα.

Το τσιγάρο έφτανε στο τέλος και δεν είχε άλλο ν' ανάψει. Το βλέμμα του έπεσε στο τηλέφωνο, σα μελλοθάνατος που περιμένει χάρη την ύστατη στιγμή. Ναι, ήταν μελλοθάνατος, μα δεν υπήρχε δικαστήριο να τον αθωώσει.

Ξάφνου το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει, κάνοντάς τον να πεταχτεί ως εκεί απάνω, μ' ένα παράξενο φτερούγισμα στο ηλιακό του πλέγμα. Εντάξει, δεν υπήρχε κανείς να τον αθωώσει. Αν ήταν όμως εκείνη; Αν τον έπαιρνε να του πει πως τον αγαπάει όπως παλιά; Αν ήταν ένα απ' τα παιδιά, να του πει μια γλυκιά κουβέντα, ότι έρχεται να τον δει, ότι τους έλειψε;

Σηκώθηκε βαρύθυμα και κατευθύνθηκε προς τη συσκευή, με μια αμυδρή ελπίδα να μπουμπουκιάζει μέσα του. «Ας είναι κι ο Μιχάλης, να πιούμε μια ρακή κι αύριο πάλι βλέπουμε.»

«Λέγετε;» απάντησε ανόρεχτα, άτονα, σχεδόν ξεψυχισμένα.

«Παρακαλώ, ο κύριος Λεγάκης Αθανάσιος;» Μια γυναικεία φωνή, που ‘μοιαζε να ‘χει κάτι πολύ σημαντικό να του πει. Λες να είχαν πάθει κάτι τα παιδιά; Αναρίγησε στη σκέψη, που όμως ακόμα του 'δινε μια στάλα ελπίδα να πιαστεί, έναν λόγο να μη φουντάρει. Αν κάποιο παιδί είχε πρόβλημα, κείνος όφειλε να τρέξει, να του σταθεί, δε θα μπόραε να φύγει.

«Μάλιστα, ο ίδιος» της απάντησε με την ψυχή του στα μπατζάκια, μόνο που ήταν πια πολύ αργά για να δείξει συναίσθημα, η φωνή του ακούστηκε επίπεδη και ξένη.

«Ονομάζομαι Αμπελά Σοφία και τηλεφωνώ από την Άρπα Μπανκ.»

Ω ρε πούστη μου, μόνο εσύ μας έλειπες! Ένιωσε ένα αμόνι να πλακώνει το στήθος του. Πάλι λεφτά ζητάνε τα όρνια, τ' αρχίδια μου θα πάρουνε. Ας έρθουνε στο Βελζεβούλη με διαταγές πληρωμής. Ειρωνικά, τούτη η σκέψη ήταν το τελευταίο πράγμα που τον διασκέδαζε ακόμα.

«Ναι, σας ακούω» έκανε μηχανικά, μετά από μερικά δευτερόλεπτα που το μυαλό του βυθίστηκε σε άχραντο σκοτάδι.

«Σας ενημερώνω ότι για δική σας ασφάλεια η συνομιλία καταγράφεται» συνέχισε απτόητη η καρακάξα. Είχε μια λιμασμένη προσμονή η φωνή της, σαν αρπακτικό που μυρίστηκε αίμα, σα λευκός καρχαρίας.

Δε μίλησε. Και τι να 'λεγε δηλαδή; Ότι δεν τον άφηναν ούτε να πεθάνει με την ησυχία του; Ότι δε βρέθηκε ένας άνθρωπος να του πιάσει το χέρι την κρίσιμη ώρα; Πως τα κοράκια θα διαμέλιζαν το σώμα του και θα πουλούσανε τα ιμάτιά του; Κοινοτοπίες!

Ευτυχώς το πατρικό του ρετιρέ –περασμένα μεγαλεία ταξικής ανέλιξης- ήταν στο όνομα των γιων του, εξ αδιαιρέτου, και δεν θα μπορούσαν να το πάρουν οι νταβατζήδες. Μετά σκέφτηκε πως θα το 'παιρνε το κωλοκράτος, αν δεν είχαν τα παιδιά να πληρώσουν τα χαράτσια. Εντάξει, έχουν δουλειά, κάτι θα κάνουν. Το σκατό μου θα φάτε κερατάδες, με τούτη τη χαρά θα φύγω.

«Μπορείτε σας παρακαλώ να μου πείτε τον αριθμό ταυτότητας ή το ΑΦΜ σας για να είμαστε σίγουροι ότι μιλάμε μαζί σας;»

Η αντιπαθητική φωνή της γκιόσας τον ξύπνησε απ' την ονειροπόληση, άξαφνα και βίαια. Τι νόημα είχε αυτή η συζήτηση; Γιατί δεν τον αφήνανε μονάχο, να κοιτάξει για τα στερνά τον εαυτό του κατάφατσα και να σταθεί, έστω μια φορά σ' όλη του την αφτέρωτη ζήση, στο ύψος των περιστάσεων; Γιατί καρφώνανε κι άλλα καρφιά στο σταυρό του;

«Όχι δεν μπορώ» είπε καθώς πατούσε το κόκκινο κουμπί με λύσσα «έχω δουλειά, είμαι πολυάσχολος, έχω να πεθάνω σήμερα, καταλαβαίνετε, ίσως μια άλλη φορά» συμπλήρωσε μιλώντας στον αέρα. «Έχω να πεθάνω σήμερα.»

Πήγε μέχρι το μπαλκόνι και κρεμάστηκε απ' τα κάγκελα του ρετιρέ. Όχι από δω, θα καταστρέψω το αμάξι του Φίλιππα, ακόμα πληρώνει τις δόσεις ο δόλιος, είναι κι άνεργος από πάνω.

Όχι από κει, παίζουν παιδιά στον ακάλυπτο, τι φταίνε τα παιδιά;

Όχι, όχι, αυτή η πλευρά έχει δέντρα, μπορεί να μου ανακόψουν την πτώση κι απλά να τραυματιστώ, αλλά πού λεφτά για νοσοκομείο.

Εδώ, εδώ είναι καλά, στη γωνιά.

Το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς, μια παράδοξη ζωτικότητα, θα ‘λεγες ενθουσιασμός, τον είχε κυριέψει. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά, βεβαιώθηκε πως δεν ερχόταν κανείς, για τουλάχιστον εκατό μέτρα από κάθε πλευρά της διασταύρωσης, πήρε φόρα, έκανε το σταυρό του αν και δεν πίστευε -αλλά πού ξέρεις, κράτα μια πισινή- έτρεξε τα λίγα μέτρα που τον χώριζαν απ' τη λύτρωση με χάρη γατόπαρδου και μ' ένα ρευστό άλμα βρέθηκε να κοιτάει το πεζοδρόμιο, που χιμούσε καταπάνω του σα νταλίκα στο αντίθετο ρεύμα.

Ένιωσε για πρώτη φορά στη ζωή του λεύτερος, Λεύτερος! (Ελευθερία ή Θάνατος; Ελευθερία ίσον Θάνατος Καραϊσκάκη μου.)

Ύστερα πια τίποτα δεν είχε σημασία...

***

Το κινητό του Λεγάκη άρχισε και πάλι να χτυπάει, οκτώ η ώρα το πρωί. Ξέχασε να το βγάλει απ' τον φορτιστή. Είχε σοβαρότερα πράγματα να σκεφτεί κείνη τη μέρα, έτσι η μπαταρία δεν άδειαζε ποτέ. Χτύπησε, χτύπησε, κουντούρτισε, λύσσαξε κι ύστερα σταμάτησε ξαφνικά, για ν' αρχινίσει να χτυπάει το σταθερό, πριν ακόμα σβήσει ο ήχος του κινητού. Αλύχτησε κι αυτό για ώρα κι ύστερα σώπασε. Σύντομα θα τα ‘κοβαν και τα δυο και θα ησύχαζαν.

Η Σόφη Αμπελά έκλεισε γι' άλλη μια φορά τη γραμμή. Ήταν έξω φρενών, άσχετα που η αυτοκυριαρχία και το εργασιακό της στάτους δεν της επέτρεπαν να το εκδηλώσει.

«Νομίζει πως είναι μάγκας ε; Καλά!» έκανε πικρόχολα. Κοίταξε την ημερομηνία στον υπολογιστή. Σήμερα είχε μπει ο πέμπτος μήνας που ο Λεγάκης έκανε τον δύσκολο. Κοίταξε πίσω της κι είδε τον Αποστόλου να πίνει αρειμανίως καπουτσίνο φρέντο στο γραφείο του, με κείνο το αυτάρεσκο ύφος που της θύμιζε το γουρούνι του Αρκά.

Πόσο θα 'θελε να του σιδέρωνε τη μούρη με ατμοσίδερο, να 'χει αυτό το ύφος μόνιμα, ακόμα κι όταν σφίγγεται για να χέσει. Φαντασιωνόταν τα πρωτοσέλιδα: «Λαυρέντης Αποστόλου, η σύγχρονη Σπυριδούλα» κι ένα αδιόρατο χαμόγελο ξέφυγε απ' τα σφιγμένα της χείλη, σα τζογαδόρου που οραματίζεται τζακ ποτ.

Βεβαιώθηκε πως δεν την έβλεπε κανένας, άφησε το ποντίκι του υπολογιστή με τον κέρσορα πάνω στο νούμερο της κυρίας Λιανού -μια καλοκάγαθη γριούλα που πάντα πλήρωνε τα σπασμένα του Λεγάκη- έπιασε το κινητό της και σχημάτισε το νούμερο της αντιτρομοκρατικής...



*Τα ονόματα των χαρακτήρων είναι σχετικά κοινά, όμως σχηματίστηκαν αποκλειστικά μέσα στο κεφάλι μου, χωρίς να έχω στο μυαλό μου κάποιον συγκεκριμένο. Εάν κάποιοι από εσάς είδατε εδώ τα ονόματά σας, συμπαθάτε με, δεν ήθελα να σας κακοκαρδίσω...

πηγή: Great Chaos' 

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Το Χρήμα δεν Μυρίζει

του Κώστα Λουλουδάκη (Ιουλιανού)

 
Ήταν το 1946, όταν ο Αμερικάνος οικονομολόγος Kenneth Boulding στην 57η συνδιάσκεψη της Αμερικανικής Οικονομικής Ένωσης με κυνισμό ομολογούσε:«Ο σημερινός Κόσμος ζει κάτω από το αφόρητο καταπιεστικό δίλημμα: είτε θα διευρύνει την κατανάλωση ακολουθώντας τον δρόμο του πολέμου, είτε θα μειώνει την παραγωγή ακολουθώντας το δρόμο των κρίσεων και της ανεργίας». Δηλαδή, για να διατηρηθεί ο καπιταλισμός, οι φορείς του δεν θα διστάσουν να χρησιμοποιήσουν κάθε μορφή βίας για να τον κρατήσουν στην ζωή.
Όμως ο «δρόμος των κρίσεων και της ανεργίας» στερούνταν ιδεολογίας και ορθολογισμού. Άρα, χρειαζόταν νέα δομικά στοιχεία και εξειδίκευση, διότι οι φιλελεύθερες ορθοδοξίες του ανταγωνισμού και της ελεύθερης αγοράς είχαν χάσει, από την δεκαετία του 1930, με αφορμή το «μεγάλο Κραχ»,  κάθε ίχνος αξιοπιστίας.
Επιπρόσθετα, μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου επικράτησε ένα θεσμικό πλέγμα το οποίο περιέκλειε μια νέα σχέση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας. Ήταν η «Κεϋνσιανή Συναίνεση» που κατ΄ επέκταση οδήγησε στο «κοινωνικό κράτος».
Η μεταπολεμική αυτή έκφραση του καπιταλισμού, με συνιστώσες που παραλλάζουν από χώρα σε χώρα και από κοινωνία σε κοινωνία, ήταν η απάντηση στις εκπληκτικές οικονομικές και πολεμικές επιδόσεις του σοσιαλιστικού στρατοπέδου• καθώς επίσης, και στην αποτελεσματικότητά του όσο αφορούσε στο επίπεδο διαβίωσης του πληθυσμού της ΕΣΣΔ, λόγω της νέας μορφής οργάνωσης της κοινωνίας και παρά την καταστροφή των πλουτοπαραγωγικών πηγών  και των υποδομών της.
Η Σοσιαλιστική οργάνωση της κοινωνίας προσπόριζε στο Σοβιετικό κράτος το θαυμασμό, ενώ ο διεθνιστικός χαρακτήρας της κομμουνιστικής ιδεολογίας και το κύρος που απέκτησε λόγω των αντιφασιστικών-αντιστασιακών ευρωπαϊκών κινημάτων,  προσέλκυσε ευρύτερες μάζες σε όλο τον κόσμο.
Ο έντονος φόβος του καπιταλισμού για το πού θα στραφούν ιδεολογικά και οργανωτικά οι μεταπολεμικές ευρωπαϊκές κοινωνίες, ήταν η αιτία για την θεσμοθέτηση  της μακρο-οικονομικής παρέμβασης του κράτους στην αγορά, με σκοπό την δημιουργία ενός πλαισίου που θα οργάνωνε την αναδιανομή του εισοδήματος που θα οδηγούσε σε μια κοινωνική πολιτική. Η «Κεϋνσιανή Συναίνεση» ,λοιπόν, ήταν το εύρημα του καπιταλισμού προκειμένου να ανασχέσει την ισχυροποίηση του σοσιαλιστικού κοινωνικού μοντέλου στο διεθνές σκηνικό.
Η μεταπολεμική συναίνεση μεταξύ κράτους και οικονομίας της αγοράς ονομάστηκε «μικτή οικονομία», στο πλαίσιο, όμως,  των ανανεωμένων ή νεοσυστημένων καρτελικών συμπράξεων και ενώσεων κεφαλαίων και στην από-ιδεολογικοποίηση της κοινωνικής θεωρίας. Δηλαδή, η διευρυμένη οικονομική και κοινωνική κρατική παρέμβαση του μεταπολεμικού κράτους στην ελεύθερη αγορά και στην ιδιωτική οικονομία, δεν τίθενται με ιδεολογικούς όρους, αλλά καθ’ υποφοράν ενός αποδεκτού πλέγματος κοινωνικών συμφερόντων. Γι αυτό, με τη θεσμοποίηση της «μικτής οικονομίας» παρατηρείται η προσπάθεια ταύτισης του συμφέροντος της εργατικής τάξης με το γενικό, το κρατικό και το εταιρικό συμφέρον.
Μετά την πτώση της ΕΣΣΔ, ο κρατικός παρεμβατισμός που απέβλεπε στην άμβλυνση της αλληλοσυμπληρούμενης αντίφασης μεταξύ της «ιδιωτικής πρωτοβουλίας», της κρατικής γραφειοκρατικής υπαλληλοκρατίας, των συνδικάτων, των εργατών, των αγροτών και των μεσοστρωμάτων, έπαψε να είναι αναπόσπαστο μέρος της άμυνας του καπιταλισμού απέναντι στον σοσιαλισμό.
Καθόλου τυχαία, οι Financial Times του Λονδίνου έγραψαν σε κύριο άρθρο: «Η πτώση του σοβιετικού μπλοκ άφησε το Δ.Ν.Τ. και τους G7 να εξουσιάζουν τον κόσμο και να δημιουργούν μια νέα εποχή»
Η «νέα εποχή» σηματοδότησε την διάσταση του σύγχρονου φιλελευθερισμού ο οποίος εισήγαγε νέους όρους στην πολιτική προκειμένου να προβάλεται η δεδομενικότητα της ατομικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής.
«Θεωρείται πλέον δεδομένο και μη αμφισβητήσιμο – τουλάχιστον σε όσους δεν είναι οικονομικά αναλφάβητοι ή αθεράπευτα παρωπιδικοί – ότι μόνο οι ελεύθερες αγορές μπορούν να δημιουργήσουν πλούτο, να οδηγήσουν σε οικονομική ανάπτυξη και να κάνουν μια χώρα και τους κατοίκους της πλουσιότερους.» επισημαίνει ο Αριστείδης Χατζής αρθογράφος, συγγραφέας, Φιλελεύθερος και αναπληρωτής καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου και Θεωρίας Θεσμών στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Με τον ορό «ελεύθερη αγορά» ο κύριος καθηγητής, στο πλαίσιο της μονεταριστικής και φορμαλιστικής θεωρίας του, εννοεί ένα σύστημα εκμετάλλευσης ελαστικών μορφών εργασίας και φτηνών μεροκάματων, δημόσιας επιδότησης, τραπεζικού δανεισμού, και αποφυγή φορολογίας,  υπέρ των επενδυτών και του ιδιωτικού κέρδους. Δηλαδή,  η «ελευθερία» νοείται όχι ως κάτι γενικού ιδεώδους προς το οποίο οφείλει να προσανατολίζεται το κράτος, αλλά ως μοτίβο μαζικής παρέμβασής του στην οικονομία, προκειμένου να διατηρήσει ένα κράτος πρόνοιας για τους γύπες των αγορών.
Μετά την πτώση της ΕΣΣΔ ο φιλελευθερισμός  ήταν νέα «συναίνεση» του καπιταλισμού, που ονομάστηκε «Συναίνεση  της Ουάσινγκτον», καθώς οι κύριοι εμπνευστές και διαφημιστές της ήταν οι πολυμερείς χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, όπως το ΔΝΤ ή η Παγκόσμια Τράπεζα με έδρα την Ουάσινγκτον.
Σύμφωνα με το πνεύμα της «Συναίνεση  της Ουάσινγκτον», η «οικονομική κρίση»  οφειλόταν στην υπερβολική παρέμβαση του κράτους στην οικονομία, και στην απουσία ενός κατάλληλου συστήματος «ελεύθερου ανταγωνισμού». Άρα, επιβάλλονταν να εφαρμοστούν από τις κυβερνήσεις «προγράμματα δομικής προσαρμογής» και μεταρρυθμίσεις με τις γνωστές συνταγές : δημοσιονομική λιτότητα, αύξηση στις τιμές των δημοσίων υπηρεσιών, ιδιωτικοποιήσεις, ώστε να εξυπηρετηθεί το «δημόσιο»  χρέος στις ιδιωτικές τράπεζες!
Ως προς το μείζον ζήτημα του χρέους και της αποπληρωμής του, ο αγαπητός δημοσιογράφος  Τάσος Τέλλογλου ορθολογικά είχε περιγράψει με την πένα του τί πρέπει να γίνει: «Όταν χρωστάς, πουλάς, και όταν έχεις ανάγκη κάθε ευρώ για να ξεχρεώσεις, πουλάς όσο-όσο. Έτσι ήταν και έτσι θα παραμείνει. Έχουν κάτι καλύτερο να προτείνουν οι διαμαρτυρόμενοι και ασχημονούντες (μαζί με την επιταγή -καλυμμένη!- παρακαλώ).»
Σε αυτό το πλαίσιο τα αλαζονικά παράσιτα που κοσμούν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ καλούνται να παραχωρήσουν το δημόσιο δίκτυό της ΔEΗ στους  επενδυτές- εναλλακτικούς παρόχους, μεσάζοντες δηλαδή που έχουν την υπέροχη ροπή να βγάζουν κέρδος με δημόσια κόλλυβα πουλώντας αέρα κοπανιστό. Τους αυτοκινητόδρομους να τους μετατρέψουν σε ιδιωτικές οδούς, μερικών μετρημένων στα δάχτυλα του ενός χεριού επενδυτών, που γνωρίζουν καλά τα σύντομα μονοπάτια προς τον πλούτο. Επιπρόσθετα, μετέτρεψαν  14 αεροδρόμια σε ιδιωτική πίστα μιας εταιρείας, αφού πρώτα τράπεζα που χρηματοδοτήθηκε από δημόσιο χρήμα δάνεισε τα χρήματα της εξαγοράς τους από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ! Στην ουρά περιμένουν και κάποιοι που ορέγονται την «αρπαγή» του νερού, των νοσοκομείων των προγραμμάτων συνταξιοδότησης, την αρπαγή  των δημόσιων Πανεπιστημίων.
Το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας έχει ήδη δοθεί ως ιδιωτική πισίνα σε μια εταιρεία, η οποία υποχρέωσε τους εργάτες να υπογράψουν «σύμβαση εκ περιτροπής εργασίας αορίστου χρόνου»!
Θέλουν να δημιουργήσουν μια κοινωνία όπου οι σχέσεις ανάμεσα στους πολίτες θα διαμεσολαβούνται αποκλειστικά μέσω των ιδιωτικών θεσμών των αγορών και που σιγά-σιγά θα οδηγήσει στην απόρριψη συλλογικών υποκειμένων, (κόμματα, πολιτικά προγράμματα, οικονομικά συστήματα, εργατικά σωματεία κτλπ)   με στόχο να εξαφανίσουν ή να δυσχεράνουν την έκφραση οποιασδήποτε συλλογικής τοποθέτησης των πολιτών.
Ωστόσο, όλα τα παραπάνω, στο πλαίσιο της Ιστορικής κατεύθυνσης, έχουν μια αφετηρία.
Ήταν 10 Απριλίου του 1947 όταν στο Mont Pelerin, μετέπειτα ιερό βουνό των απανταχού νεοφιλελεύθερων που βρίσκεται στο Βεβέ της Ελβετίας, συγκεντρώθηκαν τριάντα εννιά καθηγητές από όλο τον κόσμο με επικεφαλής τους Friedrich August Hayek και Milton Friedman προκειμένου να θέσουν τις βάσεις του νεοφιλελεύθερου μανιφέστου του Hayek, που είχε ήδη γράψει το ευαγγέλιο του Πάσχου Μανδραβέλη «The Road of Serfdom» που υποστηρίζει «ότι θα ζούμε καλύτερα με τη μεγαλύτερη δυνατή ελευθερία της αγοράς και ότι o ρόλος της κάθε κυβέρνησης θα πρέπει να περιοριστεί στη δημιουργία των προϋποθέσεων που χρειάζεται για να λειτουργήσει ο ελεύθερος ανταγωνισμός των αγορών και στην προστασία της ιδιωτικής επένδυσης και περιουσίας». (μετάφραση: διάλυση των δημοσίων υπηρεσιών και της δημόσιας ασφάλισης, διάλυση των εργατικών συνδικάτων). «Όλες τις λειτουργίες του κράτους θα τις αναλάβουν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις, οι οποίες με κίνητρο το κέρδος, θα παρέχουν βασικές υπηρεσίες στους πολίτες.»
Εκεί ιδρύθηκε και η οργάνωση «Mont Pelerin Society», με σκοπό να συμβάλει στην επικράτηση των φιλελεύθερων ιδεών και στην «καταπολέμηση της υπεροχής της μαρξιστικής και της κεϋνσιανής σκέψης που σαρώνουν τον κόσμο». Από εδώ ξεπήδησαν και οι «δεξαμενές σκέψης» (think tanks) που ειδικά στη Μεγάλη Βρετανία συνέβαλαν αποφασιστικά στην επικράτηση του διανοητικού ρεύματος που ονομάστηκε «θατσερισμός». (Η μεγάλη αγάπη του αγαπητού φιλελεύθερου  Ανδρέα Ανδριανόπουλου)
Ο Hayek, κάτοχος βραβείου Νόμπελ της Οικονομίας, έλεγε ότι θα «χρειαστεί τουλάχιστον μία γενιά προκειμένου να επικρατήσει το δόγμα του». Τόσο λίγο, μια και γνώριζε ότι το μεγάλο πλεονέκτημά του, ήταν ότι είχε αστείρευτες πηγές χρημάτων. Οι ολιγάρχες, οι πλούσιοι άνθρωποι με τα μονοπώλια και τα ιδρύματά τους όπως ο John Merrill Olin, οι «αυτοπροαίρετες ομάδες» δηλαδή, όπως έλεγε και ο Hayek έδωσαν εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια για να δημιουργήσουν think tanks και να ιδρύσουν σχολές διοίκησης επιχειρήσεων για να μετατρέψουν τις οικονομικές σχολές των πανεπιστημίων σε προπύργια της νεοφιλελεύθερης σκέψης…
Είκοσι έξι χρόνια μετά την δημιουργία του think tank «Mont Pelerin Society», η συγκεκριμένη θεωρία του Hayek και ο ίδιος αποκτούν μια χώρα. Σύμφωνα με  τον «Τhe Guardian» και την εφημερίδα «Καθημερινή» στις 02.09.2007: «Το πρώτο νεοφιλελεύθερο πρόγραμμα που εφαρμόστηκε ποτέ, ήταν στη Χιλή μετά το πραξικόπημα του Πινοσέτ, (Pinochet) το οποίο στήριξε η αμερικανική κυβέρνηση και οικονομολόγοι τους οποίους είχε διδάξει ο Μίλτον Φρίντμαν, (Milton Friedman ) εκ των ιδρυτών της Εταιρείας του Μον Πελερέν (Mont Pelerin). Εκεί, ήταν εύκολο να εξασφαλίσουν υποστηρικτές για το πείραμα αυτό: όποιος είχε αντίθετη γνώμη τον πυροβολούσαν. Αργότερα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και η Παγκόσμια Τράπεζα χρησιμοποίησαν την ισχύ τους στα αναπτυσσόμενα κράτη, για να ζητήσουν την εφαρμογή ανάλογων πολιτικών. Στην προώθηση του νεοφιλευθερισμού τα μέσα ενημέρωσης έπαιξαν καταλυτικό ρόλο καθώς προωθούσαν τα συμφέροντά τους.»
Ωστόσο, με απαισιοδοξία θα επισημάνουμε πως οι γνωστικές δυνάμεις μεγάλης μερίδας των εργαζομένων σχετίζονται σχεδόν αποκλειστικά με τα δρώμενα της οθόνης τους, κάτι που δεν αφήνει ούτε μία αμυδρή σκιά ελεύθερης βούλησης. Η αίσθηση της ελευθερίας, αυτής της μερίδας, προκύπτει καθώς αλλάζει τις οπτικές γωνιές θέασης ή τα κανάλια της τηλεόρασής της.
Η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών ζει ,λοιπόν, μέσα σε ένα καθεστώς απομόνωσης  όχι μόνο από τα κέντρα αποφάσεων αλλά και από την ουσιαστική πληροφόρηση. Διατηρείται ο λαός ή καλύτερα η «κοινή γνώμη» στο σκοτάδι, ώστε να εξασφαλίζεται η μη ανάμιξή της στην σχεδιαζόμενη πολιτική, που σκοπό έχει την  διατήρηση του συστήματος,  τη σταθερότητα του καπιταλισμού και την επέκταση του ,ώστε να μην απομείνει πλέον κανένας μη εμπορικός χώρος στην κοινωνική δραστηριότητα.
Η κοινωνία πρέπει μόνο να υποφέρει, και να πιστεύει σε γελοίους σωτήρες, σε υψηλόφρονους φασίστες, σε θρησκευτικούς και εθνικούς φανατισμούς, σε δοξασίες συνωμοσιολόγων. Βολικό, καθώς σε μια «δυτικού τύπου δημοκρατία» είναι αδύνατον να βγάλεις έξω αποσπάσματα θανάτου και Τανκ όπως στην Χιλή στην Αργεντινή και σε άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Ο Ελβετός φιλόσοφος Jean-Jacques Rousseau στο βιβλίο του «Πραγματεία περί της καταγωγές και των θεμελίων της ανισότητας…» ευρηματικά εξηγεί πώς λειτουργεί ο Κόσμος: […] η κοινωνία και οι νόμοι που έβαλαν νέα δεσμά στους αδύνατους και έδωσαν περισσότερη δύναμη στους πλούσιους, αναπόφευκτα κατέστρεψαν τη φυσική ελευθερία, εγκαθίδρυσαν για πάντα το νόμο της ιδιοκτησίας και της ανισότητας, έκαναν τον επιδέξιο σφετερισμό ένα τελεσίδικο δικαίωμα, και για το κέρδος λίγων φιλόδοξων ανθρώπων καταδίκασαν από κει και μετά ολόκληρη την ανθρωπότητα στην εργασία, την υποτέλεια και τη φτώχεια».
πηγή: imerodromos

Παρασκευή, 24 Μαρτίου 2017

Ευρωπαϊκή Ένωση: 60 Χρόνια Χίμαιρας

του Κώστα Λουλουδάκη (Ιουλιανού)



 
Η πρόταξη μεγάλων ιδανικών, όπως η κατάργηση των αιτιών της αλληλοσφαγής των ευρωπαϊκών λαών, οδήγησαν στην ιδέα της ενωμένης Ευρώπης. Ο Victor Hugo ήταν από τους πρώτους που έδωσαν μια ευρύτερη, πιο οικουμενική διάσταση στην Ευρώπη.

Θα επικαλεστούμε τα λόγια του:

«[…]Θα έρθει μια μέρα που οι σφαίρες και οι βόμβες θα αντικατασταθούν από ψηφοδέλτια, από την καθολική ψηφοφορία, από τις αποφάσεις μιας μεγάλης, κυρίαρχης Γερουσίας, που θα είναι για την Ευρώπη ότι η Βουλή των Κοινοτήτων για την Αγγλία και η Εθνοσυνέλευση για τη Γαλλία. Θα έρθει μια μέρα που τα κανόνια θα εκτίθενται στα μουσεία και όλοι θα αναρωτιούνται για τη χρησιμότητά τους.»

Θα έρθει μια μέρα που δύο τεράστιες ομάδες, οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής και οι Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης, που απλώνουν η μια προς την άλλη το χέρι τους πάνω από τον ωκεανό, θα ανταλλάσσουν τα προϊόντα τους, το εμπόριό τους, τη βιομηχανία τους, την τέχνη τους και τις ιδέες τους. […]

Δεν θα ήταν παράλογο να επισημάνουμε πως την εποχή που ο εξαιρετικός ρομαντικός μυθιστοριογράφος V. Hugo ονειρευόταν τον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό της Ενωμένης Ευρώπης και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ολόκληροι λαοί εξολοθρεύτηκαν και γνωρίσαν τη σκλαβιά και την ατίμωση του δουλεμπορίου.

Άνθρωποι και χώρες χρησιμοποιήθηκαν ως προσωπική ιδιοκτησία του κάθε Ευρωπαίου μονάρχη, όπως το Κονγκό του Λεοπόλδου του Βελγίου, ή ως ιδιοκτησία φιλάνθρωπων και χριστιανικών εταιρειών όπως η «Ολλανδική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών» ή η περιβόητη «Βρετανική Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών».

Ήταν χρονικά μια μακραίωνη εποχή τρόμου και αίματος, όταν, παθιασμένα, ο V. Hugo έθετε την «περίμετρο» της Ενωμένης Ευρώπης. Δηλαδή η Ευρώπη της εποχής αυτής είναι στην πραγματικότητα η Ευρώπη της αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης του κόσμου, του σκληρού ανταγωνισμού ανάμεσα στις διάφορες ομάδες των εθνικών αστικών τάξεων, της έξαρσης του αστικού σωβινισμού, της έχθρας και της σφαγής.

Γι' αυτό τα τελευταία 250 χρόνια η Ευρώπη μετρά στο έδαφος της 61 πολέμους, των οποίων η συνολική διάρκεια ξεπερνά τα 170 χρόνια.

Μα και ο Henri Saint-Simon οραματίστηκε μια ενωμένη Ευρώπη μέσα «στα πλαίσια της εθνικής ανεξαρτησίας που όμως δεν θα βλάφτει την ευτυχία όλων των εθνών του κόσμου».

Όμως η «ευτυχία όλων των εθνών του κόσμου» προϋποθέτει την κατάργηση της αποικιοκρατίας. Και όσο και αν τα κράτη ήθελαν την ενωμένες πολιτείες της Ευρώπης ως μια προσπάθεια άμβλυνσης των ανταγωνισμών δεν διανοούνταν ότι θα άφηναν τα καταπιεσμένα έθνη να χαράξουν ανεξάρτητα την πολιτική τους.

Από το 1902 κιόλας ο Βρετανός οικονομολόγος John Hobson έγραψε ως άλλος Κάλχας:

«Να, τι δυνατότητες ξανοίγει μπροστά μας μια πλατιά συμμαχία των δυτικών χωρών, η ευρωπαϊκή ομοσπονδία των μεγάλων δυνάμεων.»
Όχι μονάχα δεν θα προωθούσε τον παγκόσμιο πολιτισμό, μα θα μπορούσε να σημαίνει κι ένα τεράστιο κίνδυνο δυτικού παρασιτισμού: Το ξεχώρισμα μιας ομάδας από προχωρημένα βιομηχανικά έθνη, που οι ανώτερες τάξεις τους θα εισπράττουν τεράστιο φόρο (πρώτες ύλες) από την Ασία και την Αφρική και με τη βοήθεια αυτού του φόρου θα διατηρούν μεγάλες πειθήνιες μάζες υπαλλήλων και υπηρετών, που δεν θ’ ασχολούνται με τη μαζική παραγωγή αγροτικών και βιομηχανικών προϊόντων, αλλά με την εξυπηρέτηση ή με δευτερεύουσα βιομηχανική δουλειά, κάτω από τον έλεγχο της νέας χρηματιστηριακής ολιγαρχίας». (John Hobson: Ιμπεριαλισμός. Μια μελέτη- Εκδόσεις ΚΨΜ)

Μα και ο Λένιν ήδη το 1915 έγραψε «Για το σύνθημα των Ενωμένων Πολιτειών της Ευρώπης»:

«Οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης στις συνθήκες του καπιταλισμού θα ισοδυναμούσαν με συμφωνία για το μοίρασμα των αποικιών. Στον καπιταλισμό όμως, δεν μπορεί να υπάρξει άλλη βάση, άλλη αρχή μοιρασιάς, εκτός από τη δύναμη.

Φυσικά, είναι δυνατές προσωρινές συμφωνίες ανάμεσα σε καπιταλιστές και ανάμεσα σε κράτη. Μ’ αυτήν την έννοια, μπορεί να δημιουργηθούν και οι Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης σαν συμφωνία των Ευρωπαίων καπιταλιστών[…] Με ποιο σκοπό;

Μόνο με το σκοπό να πνίξουν από κοινού το σοσιαλισμό στην Ευρώπη, να περιφρουρήσουν από κοινού τις ληστεμένες αποικίες ενάντια στην Ιαπωνία και στην Αμερική, που θεωρούν τον εαυτό τους στο έπακρο αδικημένο με τη σημερινή μοιρασιά των αποικιών[…]»

Η Ευρωπαϊκή Ένωση της «φιλελεύθερης ιδεολογικής συναίνεσης», είναι κληρονόμος ενός οικονομικού συστήματος που με μεγάλη αποτελεσματικότητα θεωρητικοποίησε πρακτικές και υιοθέτησε πολιτικά καθεστώτα που λειτούργησαν ως αδιαμφισβήτητα σημεία αναφοράς για τον φασισμό, τα οποία επιπρόσθετα επιδόθηκαν σε ευρείας κλίμακα εκτοπισμό, αποδεκατισμό και εξόντωση των λαών επιβάλλοντας την απόλυτη εξουσία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο.

Η Ε.Ε. είναι συμμαχία των ευρωπαϊκών κεφαλαιοκρατών με τεράστια εμπειρία από το ξεζούμισμα του κόσμου από την εποχή της αποικιοκρατίας και του πιο διδαγμένου κεφαλαίου -μαζί με αυτό των ΗΠΑ- του παγκοσμίου καπιταλιστικού συστήματος.

Επιπλέον η πρόσφατη συναίνεση Γερμανίας- Γαλλίας-Ιταλίας και Ισπανίας για μία ενωμένη Ευρώπη δυο ή πολλών ταχυτήτων, δεν έχει καμιά σημασία, μας κάνει ξεκάθαρο πως ο καπιταλιστικός ευρωπαϊκός κόσμος έχει σχεδόν ολοκληρώσει την σύσταση του, έχει θεσπίσει την τάξη και την κυριαρχία του, έχει καταλάβει την προς ίδιο όφελος χρήση των πόρων της ευρωπαϊκής οικονομίας και έχει ασφαλίσει το έδαφος του.

Εν τούτοις, όπως αναφέρουμε στο βιβλίο «Από το Τρίτο Ράιχ Στην Ευρωπαϊκή Ένωση» (κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις ΚΨΜ), η μυθολογία που έχει αναπτυχθεί για τον παράδεισο δημοκρατίας και ευημερίας της ΕΟΚ-ΕΕ δεν θα πολεμηθεί ούτε με προβολή της «κόλασης της ΕΟΚ» ούτε με τον γνωστό μύθο του «εκδημοκρατισμού» της.

Η διέξοδος από την E.E. προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας, τελικά, ή θα είναι σοσιαλιστική ή δεν θα υπάρξει.

* Συγγραφέας, μέλος της Πρωτοβουλίας αποδέσμευσης από την Ε.Ε. «ΔιΕΕξοδος»

πηγή: ΕΦΣΥΝ

«Η συριακή επανάσταση» Είναι ένα μεγάλο ψέμα, για να δικαιολογήσει την «ανθρωπιστική σφαγή της Αμερικής» video

του Κεβόρκ Almassian
  


Αυτό το βίντεο από τον Κεβόρκ Almassian της 
"Syrianna Analysis" τα λέει όλα.

Οι τρομοκράτες είχαν προσληφθεί από τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ.

Ο Μάρτιος του 2011 σηματοδοτεί την κήρυξη ενός πολέμου απο την ηγεσία των ΗΠΑ που χρησιμοποιούν τους τρομοκράτες σαν εμπροσθοφυλακή τους

Ο σιωπηλός τους στόχος ήταν να καταστρέψουν το κοσμικό κράτος, να δημιουργήσουν θρησκευτικές συγκρούσεις και να εγκαταστήσουν ένα ισλαμικό κράτος ελεγχόμενο από τους ίδιους.




μέσω: globalresearch


Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

“Σας σφάζουν μπροστά στα μάτια του Πλανήτη”. Ανοιχτή Επιστολή στους Έλληνες

του Peter Koenig
 
Peter Koenig, πρώην στέλεχος της Παγκόσμιας Τράπεζας από τον Καναδά.

«Σας σφάζουν μπροστά στα μάτια του Πλανήτη και κανείς δεν λέει κουβέντα. Πρώτα από όλα η ελίτ της Ελλάδας. Και η κυβέρνησή σας. Λίγοι, αλλά πολλοί λίγοι, επιτρέπουν την σφαγή γιατί δεν τους αφορά. Έχουν τυφλωθεί από την απατηλή λάμψη του ευρώ και τη συμμετοχή στην προνομιούχα τάξη των ευγενών Ευρωπαίων.

Λαέ της Ελλάδας! – Ξυπνήστε.
Πάρτε τα πράγματα στα χέρια σας. Μην πιστεύετε τους πολιτικούς σας, τα μίντια σας!
Αποχωρήστε από αυτήν την εγκληματική οργάνωση που αποκαλείται Ευρωπαϊκή Ένωση και από αυτό το απατεωνίστικο δυτικό νομισματικό σύστημα που σας πνίγει μέχρι θανάτου. 
Πάρτε πίσω την κυριαρχία σας, το νόμισμά σας.
Παύτε να πληρώνετε το χρέος σας- η δύση δεν μπορεί να κάνει τίποτα ενάντια σε αυτό.
Δεν μπορεί να κάνει, αν λειτουργείτε τη χώρα σας με τις δικές σας δημόσιες τράπεζες και το δικό σας χρήμα, βαθμιαία αλλά με βεβαιότητα ανοικοδομώντας μια κατεστραμμένη οικονομία.

Η εκπλήρωση του χρέους είναι διαπραγματεύσιμη. Τα παραδείγματα αφθονούν σε όλο τον κόσμο. Η Αργεντινή είναι ένα από τα πιο πρόσφατα. Ακόμη κι η Γερμανία επαναδιαπραγματεύθηκε το διεθνές της χρέος το 1952 με τη Συμφωνία του Λονδίνου για το εξωτερικό γερμανικό χρέος.
Λαέ της Ελλάδας, αφυπνιστείτε για το τι συμβαίνει. ΜΗ ΔΕΧΤΗΤΕ αυτό που η κυβέρνηση, οι Βρυξέλλες και η τρόικα κάνουν σε ΣΑΣ και στη χώρα ΣΑΣ. Απεναντίας ζητήστε το GREXIT ως μια εντελώς νομιμοποιημένη συνέχεια στη ΔΙΚΗ ΣΑΣ θριαμβευτική ψήφο για το όχι σε νέα προγράμματα «διάσωσης» μέσα από την λιτότητα που επιβάλλει η τρόικα.
Εάν το κάνετε, γρήγορα θα δείτε το φως στο τέλος του τούνελ – ένα φως που έχει κρυφτεί για πάρα πολύ καιρό από την Γερμανία και τους γκάνγκστερ της τρόικα και την δική σας κυβέρνηση.
Ο Γερμανός υπουργός οικονομικών WolfgangSchauble προσπαθεί ακόμα να μπλοφάρει τους Έλληνες και να εντυπωσιάσει τον υπόλοιπο κόσμο απειλώντας την Ελλάδα με έξοδο από το ευρώ. Κάθε υγιής κυβέρνηση θα μετέτρεπε αυτή την απειλή σε δική της πρωτοβουλία και θα εγκατέλειπε το απολιθωμένο τέρας που καλείτε Ευρωπαϊκή Ένωση μαζί με το ψευδές και απατηλό κοινό νόμισμα που καλείτε ευρώ. Αλλά αυτό είναι το πρόβλημα, στην Ελλάδα βασιλεύει η νοσηρότητα.
Έτσι, η ελληνική κυβέρνηση ανταποκρίνεται στην νοσηρότητα της τρόικα με νοσηρή υποτέλεια συγκεκριμένα με πλήρη συμμόρφωση – για την καταστροφή εκατομμυρίων αποστερημένων και σκλαβωμένων συμπατριωτών της. Κανείς δεν κραυγάζει, κανείς δεν φωνάζει, κανείς δεν επαναστατεί, κανείς δεν παίρνει τους δρόμους, κανείς δεν μπλοκάρει τους δρόμους, τις γέφυρες, τους σιδηροδρόμους για μέρες ή και βδομάδες, κανείς δεν εμποδίζει το συνεχιζόμενο εμπόριο των ξένων επιχειρηματιών με ότι έχει απομείνει από τη δημόσια περιουσία της ΔΙΚΗ ΣΑΣ χώρας. Κανείς. Αυτό δεν είναι για να κατηγορήσουμε τον έλληνα που έχει να παλέψει για την στοιχειώδη επιβίωση, που έχει να βρει τρόπους για να θρέψει τα παιδιά και τις οικογένειες, αλλά το «κατηγορώ» απευθύνεται στη συμμορία του ΣΥΡΙΖΑ και του Τσίπρα και σε όλη την αφρόκρεμα της Ελλάδας, στα μίντια και στους βουλευτές που απλώς παρακολουθούν τον τρόμο – αλλά στέκονται παράμερα. Καμία δράση. Βλέποντας την Ελλάδα – τη ΔΙΚΗ ΣΑΣ χώρα, Λαέ της Ελλάδας! – να αιμορραγεί μέχρι θανάτου.
Χρειάζεται αφύπνιση, το πρόβλημα δεν είναι για χρέη και διασώσεις. Εάν σας λένε ότι η «κρίση χρέους» της Ευρώπης είναι λάθος της Ελλάδας και ότι μια νέα κρίση κυοφορείται εξαρτώμενη από το πόσο καλά η Ελλάδα θα συμμορφωθεί με τους κανόνες της επόμενης διάσωσης – είναι ένα εξωφρενικό ψέμα. Αυτή την κρίση μηχανεύτηκαν η ίδια η ευρωπαϊκή ολιγαρχία, οι διάφορες «GoldmanSachs» που καθοδηγούνται από την Αμερικάνική Κεντρική Τράπεζα, που διαχειρίζονται την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα μέσω του MarioDraghi, ενός πρώην στελέχους της GoldmanSachs- αυτοί ντεφάκτο διαχειρίζονται την ευρωπαϊκή οικονομία.
Γιατί θέλουν την Ελλάδα κάτω από τις μπότες τους; Επειδή θέλουν μια υποτελή Ελλάδα. Γιατί η Ελλάδα είναι σε μια εξαιρετικά στρατηγική γεωγραφική περιοχή στο σταυροδρόμι δύσης και ανατολής. Η Ελλάδα είναι μια χώρα του ΝΑΤΟ. Ίσως η δεύτερη πιο σπουδαία χώρα του ΝΑΤΟ, μετά την Τουρκία λόγω της στρατηγικής της θέσης. Δεν θέλουν η Ελλάδα να κυβερνάται από μια αριστερή κυβέρνηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ βέβαια είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από αριστερά. Είναι τόσο νεοφιλελεύθεροι όσο φαίνονται. Οι κυρίαρχοι του πλανήτη θέλουν αλλαγή καθεστώτος – την καλή παλιά αλλαγή καθεστώτος που απειλεί όσους δεν γονατίζουν μπροστά στους κανόνες της δύσης. Ακριβώς τώρα η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ βαδίζει προς τα πίσω για να ευχαριστήσει τους κυρίους του χρήματος και να αφήσει το λαό της Ελλάδας να ταπεινώνεται και να κατακρημνίζεται σε βαθμό αθλιότητας.
Αυτό που επιδιώκει η Ουάσιγκτον και οι μαριονέτες των Βρυξελλών είναι μια Ελλάδα που συμμορφώνεται, που ποτέ δεν θα αμφισβητήσει το ρόλο της στο ΝΑΤΟ, ποτέ δεν θα αμφισβητήσει την Ευρωπαϊκή Ένωση, ποτέ δεν θα αμφισβητήσει τις δεσμεύσεις στο ευρώ και ποτέ δεν θα αμφισβητήσει τη διείσδυση των ΗΠΑ στη Μεσόγειο πλούσια σε υποθαλάσσιους υδρογονάνθρακες και ορυκτά. Το ίδιο ισχύει, με την ευκαιρία, επίσης με την Ιταλία και την Ισπανία, επίσης παράλιες χώρες της Μεσογείου. Οι κυβερνήσεις τους ήδη με εξωτερική παρέμβαση (ΗΠΑ,Ε.Ε.) έχουν μεταμορφωθεί σε δεξιά, νεοφιλελεύθερα, συμμορφωμένα ανδρείκελα.
Η αδράνεια της ελληνικής ολιγαρχίας και της κυβέρνησης είναι ασυγχώρητες. Αυτό είναι σύνδρομο της Στοκχόλμης στα χειρότερά του. Υποταχτικοί στο δήμιο μέχρι να χωριστούν από το θάνατο. Κι ο θάνατος υπό την μορφή της ολικής καταστροφής, της ολικής λεηλασίας, της ολικής σκλαβιάς δεν είναι μακριά.
Λαέ της Ελλάδας, θέλετε να συνεχίσετε αυτόν τον δρόμο της υποδούλωσης από μια αρπακτική αυτοκρατορία που τελικά ελέγχει κάθε κίνηση που κάνετε;
Ή θέλετε να ανακτήσετε την κυριαρχία σας, το νόμισμά σας και να είστε αποδεσμευμένοι από τις υπαγορεύσεις των Βρυξελλών και να ξεκινήσετε από την αρχή, όπως ο ευγενής και σοφός ελληνικός λαός που έφερε την Δημοκρατία στον κόσμο περίπου 2500 χρόνια πριν; Σίγουρα η Ελλάδα έχει ακόμα οραματιστές και την σοφία να ξαναφτιάξει την Δημοκρατία. Θυμηθείτε, ενώ δεν μπορούμε να αλλάξουμε την γεωγραφική μας θέση – το μέλλον είναι αναμφισβήτητα στην Ανατολή.
Ζήτω η Ελλάδα!---
Ζήτω ο ελληνικός λαός!
(Από το κείμενο έχουν παραλειφθεί τμήματα τα οποία ενημερώνουν τους ξένους αναγνώστες για τις εξελίξεις στην Ελλάδα από το 2009 μέχρι σήμερα, που μας είναι εντελώς γνωστές).

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Ο εφιάλτης, προ των πυλών!

του Κώστα Γιαννιώτη



   
13 Μαρτίου του 1942
Μια ημερομηνία στο μέσο ενός εφιάλτη…

Ενός εφιάλτη που κατασπάραξε μια τεράστια μερίδα του ελληνικού λαού!
Ενός εφιάλτη που στην αρχή τον αψήφισαν πολλοί, πιστεύοντας ότι… «μπόρα είναι και θα περάσει» ή ότι… «αυτοί θα αντέξουν»!
Ενός εφιάλτη, που μας τον θυμίζει το απόσπασμα από το βιβλίο του Θανάση Χατζή «Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε».

Όσοι ξέχασαν ή όσοι δεν έμαθαν ποτέ γι’ αυτόν τον εφιάλτη, θα μείνουν άοπλοι μπροστά στον κίνδυνο επανόδου του! Με μόνη τους ελπίδα να διαλυθεί αυτό το ναζιστικό τερατούργημα, πριν σκορπίσει -και πάλι- τον όλεθρο!

«Από το καλοκαίρι ακόμα του 1941 η πείνα είχε φωλιάσει μόνιμα στα σπίτια των εργατών και των μισθόδουλων. Η ανεργία μάστιζε. Χιλιάδες εργάτες, μαζί με ανθρώπους άλλων στρωμάτων, που δεν είχαν δυνατότητες να βρουν δουλειά στο επάγγελμά τους και νέους που μόλις είχαν αφήσει τον στρατό ή γύριζαν από τα μέτωπα, μ’ ένα απλό κασμά, ένα φτυάρι, μια βούρτσα κι ένα γκαζοτενεκέ, ένα σκεπάρνι ή ένα πριόνι, νύχτα ακόμα έπαιρναν θέση στις τεράστιες ουρές που σχηματίζονταν έξω από την Δημαρχία να βρουν ένα μεροκάματο. Ίδιες ατέλειωτες ουρές σχηματίζονταν μπροστά στα εργοστάσια, τις φάμπρικες, τις επιχειρήσεις, με την ελπίδα πως θ’ άρχιζαν να λειτουργούν. Περίμεναν υπομονετικά κι όταν ο ήλιος έψηνε τα κεφάλια τους, γύριζαν σπίτια τους, κουρέλια σωματικά και ψυχικά…

Τις πρώτες μέρες του χειμώνα η πείνα πήρε φρικιαστική μορφή. Οι διανομές με τα περίφημα «δελτία του μπακάλη» σπάνια γίνονταν πια. Η μερίδα του ψωμιού όλο και λιγόστευε. Από τα 60 δράμια που είχαν ορίσει, έπεσε στα 50, στα 40 και δεν ήταν σπάνιες οι φορές που σκορπούσαν οι ουρές από τους φούρνους, καθώς μια κακογραμμένη «ανακοίνωση» στην πόρτα ανάγγελνε πως: «Σήμερα δεν έχει ψωμί»… Το «ψωμί της Κατοχής» με άγνωστη θρεπτική αξία…

Κι όσο προχωρούσε ο χειμώνας, τόσο πιο πολύ χειροτέρευε η κατάσταση. Σκελετωμένοι άνθρωποι, κοκαλιάρικα παιδιά με πρησμένες κοιλιές και τεράστια μάτια στα σουφρωμένα και γερασμένα πρόσωπά τους, άνθρωποι-σκιές, που σε κάθε στιγμή μπορούσαν να σωριαστούν σαν άδεια τσουβάλια ή να σκορπίσουν και να γίνουν χίλια κομμάτια, γύριζαν στους δρόμους χωρίς να τολμούν ν’ απλώσουν τα χέρια τους.


Από ποιον να ζητήσουν; Σε ποιον περίσσευε; Ποιος μπορούσε να δώσει τη μπουκιά που τον κρατούσε όρθιο; Τα σκουπίδια ανασκαλεύονταν κι ό,τι έβρισκαν, φλούδες, σάπια χορταρικά, κόκκαλα βρώμικα, το ‘γλειφαν και το ‘τρωγαν οι λιμασμένοι άνθρωποι. Μια αδιαφορία ανέβαινε σιγά σιγά στις συνειδήσεις [των ανθρώπων] και του αφανισμού…

Η αυτοσυντήρηση είχε γίνει κανόνας. Ο Έλληνας άρχισε να μη γνωρίζει τον Έλληνα. Ο φίλος τον φίλο. Οι οικογένειες σκορπούσαν. Οι δεσμοί τους χαλάρωναν. Οι σχέσεις τους χαλούσαν… 

Δυστυχία, αθλιότητα, πείνα, θάνατος. Ο χειμώνας του 1941-1942 ήταν από τους ψυχρούς χειμώνες της Αθήνας. Η πείνα και η εξάντληση τον έκανε πιο φοβερό. Οι θάνατοι πολλαπλασιάζονταν. Το δρεπάνι του χάρου θέριζε. Κι επειδή οι εξαντλημένοι οργανισμοί προσβάλλονται εύκολα από τις αρρώστιες, κοντά στα τόσα κακά φούντωσε και η φυματίωση. Τα εντερικά νοσήματα, αποστήματα, δοθιήνες σταφυλοκοκκίαση και, κυρίως, οιδήματα της πείνας, που πήραν έκταση, δεν ήταν δυνατό να θεραπευτούν, γιατί δεν υπήρχαν τροφές και φάρμακα στα νοσοκομεία που δεν είχαν επιταχτεί και λειτουργούσαν ακόμα. Πάνω σ’ όλα αυτά έπεσε και εξανθηματικός τύφος από την ψείρα και την ακαθαρσία. 

Ούτε ίχνος σαπουνιού υπήρχε, ακόμα και σ’ αυτές τις ελαιοπαραγωγικές περιοχές. Οι νεκροί μεταφέρονταν σε κάρρα του Δήμου και στοιβάζονταν έξω από τα νεκροταφεία άταφοι, γιατί δεν υπήρχε δύναμη να σκάψουν λάκκους. Πολλές φορές δεν ακολουθούσε κανένας τους νεκρούς. Οι άνθρωποι που ‘χαναν τους δικούς τους απόφευγαν να τους δηλώσουν στο ληξιαρχείο για να μη χάσουν το δελτίο του ψωμιού του πεθαμένου. Οι νεκροί στους δρόμους ήταν τόσο συχνό φαινόμενο που έπαψαν να προκαλούν εντύπωση».
********************************************

Την ίδια εποχή, στα επιτελεία του Γ’ Ράιχ, ξετυλίγονταν τα σχέδια για τη μελλοντική Ευρώπη!
Οι εγκέφαλοι του Γ’ Ράιχ δούλευαν πυρετωδώς για το μέλλον μας, για να μπορούμε να απολαμβάνουμε το σημερινό «παράδεισο» της Ε.Ε. που έχτισαν, αφού τα σχέδια των εγκεφάλων του Γ’ Ράιχ δεν έμειναν ανεκπλήρωτα!

Χαρακτηριστικό δείγμα, η δημόσια ομιλία του χιτλερικού επιτρόπου στην Ολλανδία, Άρτουρ Ζέις -  Ίνκβαρτ, ηγετικού στελέχους του Γ’ Ράιχ, που πρωτοστάτησε στις ζυμώσεις για τη διαμόρφωση της μεταπολεμικής… Νέας Ευρώπης!


Το ημερολόγιο έδειχνε 25 Ιουλίου 1940, όταν έλεγε:

 «Η Νέα Ευρώπη της αλληλεγγύης και της συνεργασίας όλων των λαών της, μια Ευρώπη δίχως ανεργία, οικονομικές και νομισματικές κρίσεις, μια Ευρώπη του σχεδιασμού και του καταμερισμού εργασίας, η οποία έχει στη διάθεσή της τις πιο σύγχρονες τεχνικές παραγωγής κι ένα πανηπειρωτικό σύστημα εμπορίου κι επικοινωνιών αναπτυγμένο σε κοινή βάση, θα θεμελιωθεί με ασφάλεια και ραγδαία αυξανόμενη ευημερία μόλις απομακρυνθούν οι εθνικοί οικονομικοί φραγμοί. […] Σ’ αυτήν την Ευρώπη όλα τα χέρια θα χρειάζονται. Τα ταλέντα κάθε έθνους θα απολαμβάνουν ένα διευρυμένο πεδίο δράσης. Τα ταλέντα καθηλώνονται όταν περιορίζονται σε μικρές εθνικές, πολιτικές και γεωγραφικές επικράτειες. Σε μια μεγαλύτερη σφαίρα είναι δυνατόν ακόμη και για μικρές χώρες και τους υπηκόους τους να αναπτύξουν πλήρως τις πολιτισμικές, οικονομικές και ανθρώπινες δυνατότητές τους».

Στο ίδιο ακριβώς μήκος κύματος κινούνταν οι οδηγίες του επικεφαλής της υπηρεσίας ενημέρωσης, του υπουργείου εξωτερικών του Γ’ Ράιχ, για το χειρισμό του… «ζητήματος Ευρώπη», από τα γερμανικά ΜΜΕ, Καρλ Μένγκερλε, στις 27 Σεπτεμβρίου 1941:

«[…] Στόχος: μια ομοσπονδιακή Ευρώπη υπό την ηγεσία και προστασία της ισχυρότερης, υγιέστερης και πιο υπεύθυνης ομάδας δυνάμεων. […] Η διαίρεση της Ευρώπης σε μικρές ή μικροσκοπικές εθνικές οικονομίες και συστήματα επικοινωνίας είναι ξεπερασμένη. Τέρμα πια στα διαβατήρια και τις βίζες. Η κεντροευρωπαϊκή ευημερία θα φέρει ευημερία και οικονομική ασφάλεια σε όλα τα μέλη. […] Οι αντίπαλοι της Ευρώπης δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα άλλο πέρα από την επιστροφή στις παλιές μέρες, που η ιστορική εξέλιξη έχει ξεπεράσει και απορρίψει».

********************************************

Πόσο μακριά είναι ο ίδιος εφιάλτης;
Ένας εφιάλτης που άρχισε ήδη, αλλά χωρίς ακόμα να μας δείξει όλο του το «μεγαλείο»!
Αυτά, την ώρα που κάποιοι εξακολουθούν να γαυγίζουν από τα ΜΜΕ για τον… «κίνδυνο να διαλυθεί η Ε.Ε.».
Για κάποιους συνειδητούς συνεργάτες των κατακτητών και για άλλους τόσους ανεγκέφαλους, η διάλυση του μορφώματος της Ε.Ε. αποτελεί κίνδυνο!
Για τους λαούς όμως της δύστυχης Ευρώπης, αποτελεί ευχή!